|
Μία από
τις πιο πρόσφατες
προβλέψεις που έκαναν
τον γύρο του επενδυτικού
κύκλου αναφέρει ότι ο
δείκτης
S&P
500 θα μπορούσε να
φτάσει σε επίπεδα γύρω
στις 7.750 μονάδες το
2026, με την επιρροή
της τεχνητής νοημοσύνης
να παίζει καθοριστικό
ρόλο στην ενίσχυση των
αποδόσεων. Η θεμελιώδης
υπόθεση πίσω από αυτή
την πρόβλεψη βασίζεται
στην αύξηση της
δραστηριότητας σε τομείς
AI‑centric,
στην κυβερνητική στήριξη
των νέων τεχνολογιών και
στην ευρύτερη οικονομική
ώθηση που προέρχεται από
μεγάλες δαπάνες σε
έρευνα και ανάπτυξη.
Παράλληλα, αυτό το
παράδειγμα δείχνει ότι η
αγορά δεν κινείται πλέον
απλά με βάση τα
παραδοσιακά θεμελιώδη —
όπως τα εταιρικά κέρδη
και τα επιτόκια — αλλά
με μεγάλο βάρος στις
προσδοκίες για
μελλοντική τεχνολογική
συσσώρευση αξίας.
Ωστόσο,
η ίδια αυτή έμφαση στην
AI
και στους μεγάλους
δείκτες δεν είναι
απαλλαγμένη από σημάδια
κινδύνου. Όπως
επισημαίνουν αρκετοί
ειδικοί, η συγκέντρωση
κεφαλαίων σε λίγους
«μεγαλοπαίκτες»
δημιουργεί μια
ευπάθεια στην αγορά
που παραδοσιακά
εμφανίζεται κοντά σε
μεγάλες διορθώσεις. Με
άλλα λόγια, όσο πιο
δυναμικά ανεβαίνουν οι
μεγάλες τεχνολογικές
μετοχές, τόσο πιο πιθανό
είναι να δημιουργηθεί
ένα περιβάλλον όπου μια
μικρή αλλαγή στις
προσδοκίες ή μια «non‑economic»
έκπληξη θα μπορούσε να
προκαλέσει μεγαλύτερη
μεταβλητότητα από το
αναμενόμενο. Αυτό δεν
είναι απλώς θεωρία — η
εμπειρία προηγούμενων
ετών δείχνει ότι αγορές
που μονοπωλούνται από
λίγους δείκτες ή κλάδους
μπορούν να «γκρεμιστούν»
πιο γρήγορα απ’ ό,τι
ανέβηκαν.
Ένα
ακόμη στοιχείο που
προσθέτει δόση ρεαλισμού
στην εικόνα είναι η
παραδοχή ότι τα
ιστορικά πρότυπα για
υπερβολική συγκέντρωση
αξίας συνδέονται
συχνά με υψηλότερο ρίσκο
διορθώσεων. Όταν ένα
επενδυτικό αφήγημα
επικεντρώνεται
υπερβολικά σε έναν τομέα
— στην προκειμένη την
AI
— υπάρχει ο κίνδυνος η
αγορά να χτίζει θέσεις
όχι με βάση σταθερά
θεμελιώδη, αλλά με βάση
προσδοκίες που έχουν
πιθανότητες να μην
εκπληρωθούν πλήρως.
Αυτή η δυναμική μπορεί
να οδηγήσει σε ένα είδος
«bubbling»
όπου οι τιμές
απομακρύνονται σημαντικά
από την πραγματική
οικονομική ουσία.
Παράλληλα, οι
προειδοποιήσεις για
πιθανή αύξηση της
μεταβλητότητας δεν
προέρχονται μόνο από
τεχνοκρατική ανάλυση,
αλλά και από την ίδια
την αγορά. Σημάδια
πίεσης σε
χρηματοπιστωτικούς
δείκτες, όπως οι
πιστωτικές διαφορές και
οι μεταβολές στη
ρευστότητα,
καταγράφονται σε επίπεδα
που παραδοσιακά
συνδέονται με φάσεις
επαναξιολόγησης
κινδύνου. Αυτή η εικόνα
μπορεί να σημαίνει ότι
το «στοίχημα» για
συνέχιση της ανοδικής
πορείας δεν είναι τόσο
καθαρό όσο δείχνουν οι
αριθμοί — παρά τα
ενθαρρυντικά κέρδη και
τα υψηλά
valuations
που παρουσιάζουν οι
δείκτες.
Ένα άλλο
στοιχείο που πρέπει να
ληφθεί υπόψη είναι η
επίδραση ενός πτώσης
δολαρίου στην αγορά.
Ορισμένοι
traders
τονίζουν
ότι ένας αδύναμος
δολάριο θα μπορούσε να
ενισχύσει τις μετοχές,
ειδικά αυτές που
βασίζονται σε εξαγωγικές
δραστηριότητες ή σε
παγκόσμια παρουσία,
καθώς βελτιώνει την
ανταγωνιστικότητα των
κερδών τους. Ωστόσο,
αυτό το ίδιο σενάριο
έχει και παγίδες: μια
σημαντική υποχώρηση του
δολαρίου μπορεί να
οδηγήσει σε αύξηση του
κόστους εισαγόμενων
προϊόντων και να
επηρεάσει αρνητικά την
καταναλωτική δύναμη,
ιδιαίτερα σε τομείς που
δεν σχετίζονται με
AI
ή με εξαγωγές.
Στο
τέλος, αυτό που
ξεχωρίζει στην
επενδυτική σκέψη ενόψει
2026 είναι ότι η αγορά
είναι ταυτόχρονα
αισιόδοξη και
επιφυλακτική. Όλοι
μιλούν για συνέχιση της
ανοδικής πορείας — και
πράγματι υπάρχουν
βάσιμες αιτίες για αυτή
την προσδοκία — αλλά την
ίδια στιγμή υπάρχει μια
αύξηση στην προσοχή γύρω
από καμπύλες
αποτιμήσεων,
συγκεντρώσεις θέσεων και
ρίσκο συγκέντρωσης
δικτύων κεφαλαίου.
Με άλλα λόγια, το 2026
ενδέχεται να είναι όχι
μόνο μια χρονιά
προβλέψεων υψηλών
αποδόσεων, αλλά και μια
χρονιά όπου οι επενδυτές
θα χρειαστεί να
ξεχωρίσουν ανάμεσα σε
πραγματικό δυναμισμό και
υπερβολικά “ψημένες”
προσδοκίες.
Πηγή:
MarketWatch — The hot AI
trade faces a
1980s‑style trap and
these risks, says this
market bull
|