|
Κατά τον
Allen,
οι αγορές δεν έχουν
αποτιμήσει επαρκώς τις
επιπτώσεις αυτού του
συνδυασμού πολιτικών.
Παρά το γεγονός ότι η
παγκόσμια οικονομία έχει
επιδείξει αξιοσημείωτη
αντοχή τα τελευταία
χρόνια –παρά την άνοδο
των επιτοκίων και την
επιβολή εμπορικών
δασμών– οι επενδυτές
εξακολουθούν να
στοιχηματίζουν σε ένα
σενάριο «ομαλής
προσγείωσης» του
πληθωρισμού. Ωστόσο, τα
ιστορικά παραδείγματα
δείχνουν το αντίθετο. Σε
περιόδους όπως οι ΗΠΑ
στα τέλη της δεκαετίας
του 1960 ή η Ιαπωνία στα
τέλη της δεκαετίας του
1980, ο συνδυασμός
επεκτατικής νομισματικής
πολιτικής και αυξημένων
δημοσίων δαπανών
κατέληξε σε υπερθέρμανση
της οικονομίας και
αναζωπύρωση του
πληθωρισμού.
Ένα
δεύτερο σημείο
εσφαλμένης εκτίμησης,
σύμφωνα με τη
Deutsche
Bank,
αφορά τις προσδοκίες για
τη στάση των κεντρικών
τραπεζών. Οι αγορές
συνεχίζουν να
προεξοφλούν μια
ιδιαίτερα «ήπια» πορεία
επιτοκίων, τη στιγμή που
ο δομικός πληθωρισμός
παραμένει επίμονα πάνω
από τους στόχους τόσο
στις ΗΠΑ όσο και στην
Ευρωζώνη. Υπό αυτές τις
συνθήκες, ακόμη και μια
απλή παύση στις μειώσεις
επιτοκίων από τη
Fed
ή την ΕΚΤ θα μπορούσε να
αποτελέσει αρνητική
έκπληξη, πυροδοτώντας
αναπροσαρμογή στις
αποδόσεις και στις
καμπύλες επιτοκίων.
Βραχυπρόθεσμα, ο
Allen
παραδέχεται ότι το
σκηνικό εξακολουθεί να
ευνοεί τα πιο
ριψοκίνδυνα περιουσιακά
στοιχεία. Το κρίσιμο
σημείο, όμως, έρχεται
όταν οι κεντρικές
τράπεζες αναγκαστούν να
αποσύρουν τη στήριξη,
προκειμένου να
αποτρέψουν μια νέα
πληθωριστική έξαρση.
Ιστορικά, τέτοιες
αλλαγές πορείας έχουν
συνοδευτεί από έντονες
διορθώσεις στις αγορές
μετοχών, άνοδο των
αποδόσεων και διεύρυνση
των
spreads.
Το μήνυμα της
Deutsche
Bank
είναι ξεκάθαρο: ο
μεγαλύτερος κίνδυνος για
τις αγορές δεν ελλοχεύει
στο άμεσο παρόν, αλλά
λίγο πιο μακριά, όταν η
σημερινή αισιοδοξία
ενδέχεται να συγκρουστεί
με τα όρια μιας
οικονομίας που
κινδυνεύει να
υπερθερμανθεί.
|