|
Καθοριστικό γεγονός
αποτέλεσε η ανάληψη της
εξουσίας από τη νέα
κυβέρνηση
Trump
στις ΗΠΑ στις 20
Ιανουαρίου. Λίγο
αργότερα ανακοινώθηκαν
σχέδια για την επιβολή
δασμών 25% σε εισαγωγές
από τον Καναδά και το
Μεξικό, προκαλώντας
αρχικά έντονη στροφή των
επενδυτών προς
ασφαλέστερα περιουσιακά
στοιχεία. Ωστόσο, η
προσωρινή αναστολή των
μέτρων για έναν μήνα
οδήγησε σε αποκλιμάκωση
των ανησυχιών,
επιτρέποντας στον
S&P
500 να καταγράψει νέο
ιστορικό υψηλό στα μέσα
Φεβρουαρίου.
Η εικόνα
άλλαξε εκ νέου τον
Μάρτιο, όταν η
αβεβαιότητα γύρω από την
εμπορική πολιτική των
ΗΠΑ επανήλθε στο
προσκήνιο. Οι
ανακοινώσεις της
λεγόμενης «Ημέρας
Απελευθέρωσης»
προκάλεσαν έντονες
αναταράξεις στις αγορές,
με τον
S&P
500 να καταγράφει την
πέμπτη μεγαλύτερη
διήμερη πτώση του από το
τέλος του Β’ Παγκοσμίου
Πολέμου.
Παρά τα
επεισόδια αυξημένης
μεταβλητότητας, το έτος
ολοκληρώθηκε με θετικό
πρόσημο για τους
βασικούς δείκτες. Οι
μετοχές του λεγόμενου
Magnificent
7 κατέγραψαν άνοδο 25%,
ενώ η συζήτηση γύρω από
το ενδεχόμενο
δημιουργίας «φούσκας»
στην τεχνητή νοημοσύνη
παρέμεινε στο επίκεντρο
του επενδυτικού
ενδιαφέροντος.
Στην
αγορά ομολόγων, η
ανακοίνωση
δημοσιονομικής χαλάρωσης
στη Γερμανία τον Μάρτιο
προκάλεσε τη μεγαλύτερη
ημερήσια άνοδο στην
απόδοση του 10ετούς
bund
από το 1990. Συνολικά,
τα ομόλογα κατέγραψαν
την καλύτερη χρονιά τους
από το 2020, αν και με
έντονες αποκλίσεις
μεταξύ χωρών.
Η απόδοση του 10ετούς
αμερικανικού ομολόγου
μειώθηκε κατά 40 μονάδες
βάσης, σημειώνοντας την
πρώτη ετήσια πτώση από
το 2020, ενώ στον
αντίποδα, το 10ετές
ιαπωνικό ομόλογο
κατέγραψε τη μεγαλύτερη
ετήσια άνοδο από το
1994. Στην Ευρώπη, η
απόδοση του γαλλικού
10ετούς τίτλου έκλεισε
υψηλότερα από την
αντίστοιχη του ιταλικού,
ανατρέποντας μια
μακροχρόνια ισορροπία.
Ισχυρές επιδόσεις
σημείωσαν και τα
πολύτιμα μέταλλα, καθώς
οι επενδυτές αναζήτησαν
προστασία απέναντι στους
μακροπρόθεσμους
πληθωριστικούς κινδύνους
και τις ανησυχίες για τα
νομίσματα. Ο χρυσός
ενισχύθηκε κατά 65%, το
ασήμι εκτοξεύτηκε κατά
148%, η πλατίνα σημείωσε
άνοδο 127% και το
παλλάδιο 78%,
καταγράφοντας τις
καλύτερες ετήσιες
αποδόσεις τους από το
1979.
Στην αγορά
συναλλάγματος, το
δολάριο αποδυναμώθηκε
αισθητά, με τον δείκτη
του να υποχωρεί κατά
9,4%, στη χειρότερη
ετήσια επίδοση από το
2017 και με απώλειες
έναντι όλων των βασικών
νομισμάτων του G10.
Τέλος, το πετρέλαιο
κινήθηκε πτωτικά για
τρίτη συνεχόμενη χρονιά,
με τις τιμές να
υποχωρούν κατά 18,5% και
να διαμορφώνονται στα
60,85 δολάρια ανά
βαρέλι, αντανακλώντας
τις ανησυχίες για τη
ζήτηση και τη γενικότερη
επιβράδυνση σε επιμέρους
τομείς της παγκόσμιας
οικονομίας.



|