|
Σύμφωνα
με τη μεθοδολογία των
εθνικών λογαριασμών, τα
νοικοκυριά αποκτούν
εισόδημα από πολλαπλές
πηγές: από τη συμμετοχή
τους στην αγορά εργασίας
μέσω του εισοδήματος
εξαρτημένης εργασίας,
από την ιδιοκτησία
ατομικών επιχειρήσεων
(μικτό εισόδημα), από
την κατοχή κατοικιών
(λειτουργικό πλεόνασμα),
από την κατοχή λοιπών
περιουσιακών στοιχείων
(εισόδημα περιουσίας)
καθώς και από
μεταβιβαστικές πληρωμές,
όπως κοινωνικές παροχές
και άλλες τρέχουσες
μεταβιβάσεις.
Στην
πλευρά των υποχρεώσεων,
τα νοικοκυριά
καταβάλλουν πόρους για
τόκους, άμεσους φόρους
εισοδήματος και πλούτου,
κοινωνικές εισφορές
–είτε ως εργαζόμενοι
είτε ως ιδιοκτήτες
ατομικών επιχειρήσεων–
και λοιπές τρέχουσες
μεταβιβάσεις. Η διαφορά
μεταξύ των πόρων που
λαμβάνουν και αυτών που
καταβάλλουν αντιστοιχεί
στο διαθέσιμο εισόδημά
τους.
Το
διαθέσιμο εισόδημα
κατανέμεται σε
κατανάλωση και
αποταμίευση, με τις δύο
αυτές αποφάσεις να
αποτελούν τις δύο όψεις
της ίδιας επιλογής. Το
β’ τρίμηνο του 2025, η
κατανάλωση των
νοικοκυριών διαμορφώθηκε
στα €43,2 δισ., αυξημένη
κατά €2,1 δισ. ή 5,0% σε
ετήσια βάση. Δεδομένου
ότι το διαθέσιμο
εισόδημα ανήλθε στα
€41,9 δισ., η
αποταμίευση παρέμεινε
αρνητική, στα -€1,3
δισ., που αντιστοιχεί
στο -3,0% του
ακαθάριστου διαθέσιμου
εισοδήματος, έναντι
-6,1% το β’ τρίμηνο του
2024. Συνεπώς, η αύξηση
του διαθέσιμου
εισοδήματος ξεπέρασε
αυτήν της κατανάλωσης,
οδηγώντας σε αισθητή
βελτίωση της
αποταμίευσης.
Όπως
προκύπτει από τα
στοιχεία, η μεγαλύτερη
συμβολή στην άνοδο του
διαθέσιμου εισοδήματος
το β’ τρίμηνο του 2025
προήλθε από το εισόδημα
εξαρτημένης εργασίας. Οι
αμοιβές εξαρτημένης
εργασίας ανήλθαν στα
€22,3 δισ., αυξημένες
κατά €1,5 δισ. ή 7,0% σε
ετήσια βάση. Περίπου το
61,7% της αύξησης
αποδίδεται στην άνοδο
των αμοιβών ανά
απασχολούμενο (4,3%),
ενώ το υπόλοιπο 38,3%
συνδέεται με τη
διεύρυνση της
απασχόλησης (2,6%).
Τα
θετικά χαρακτηριστικά
της εγχώριας αγοράς
εργασίας –μείωση της
ανεργίας, αύξηση της
απασχόλησης και ενίσχυση
των μισθών–
αποτυπώνονται έτσι στο
διαθέσιμο εισόδημα των
νοικοκυριών,
αντισταθμίζοντας σε
κάποιο βαθμό τις
επιπτώσεις του
πληθωρισμού. Πέραν των
μισθών, ουσιαστική
συμβολή στην αύξηση του
διαθέσιμου εισοδήματος
είχαν επίσης το εισόδημα
περιουσίας, το μικτό
εισόδημα από ατομικές
επιχειρήσεις και το
λειτουργικό πλεόνασμα
που προκύπτει από την
ιδιοκτησία κατοικιών.
Τα
στοιχεία παρουσιάζονται
σε τρέχουσες τιμές, δεν
είναι εποχικά διορθωμένα
και προέρχονται από τους
μη χρηματοοικονομικούς
λογαριασμούς θεσμικών
τομέων της ΕΛΣΤΑΤ. Οι
λογαριασμοί αυτοί
αποτυπώνουν το σύνολο
της οικονομίας ανά
θεσμικό τομέα –μη
χρηματοοικονομικές
επιχειρήσεις,
χρηματοοικονομικές
επιχειρήσεις, γενική
κυβέρνηση, νοικοκυριά
και εξωτερικό τομέα– και
καταγράφουν τη ροή
απόκτησης και χρήσης
πόρων.
Τέλος,
επισημαίνεται ότι, όπως
συμβαίνει με όλες τις
μακροοικονομικές
μεταβλητές, τα στοιχεία
είναι αθροιστικά,
γεγονός που σημαίνει ότι
οι μεταβολές τους
ενδέχεται να διαφέρουν
ποιοτικά ή ποσοτικά
μεταξύ των επιμέρους
νοικοκυριών.


|