|
Διαφορετικά μοντέλα,
διαφορετικές επιδιώξεις
Η Arton
Capital, με έδρα το
Μόντρεαλ, συνεργάστηκε
με το King’s College
London για μια
συγκριτική ανάλυση των
υφιστάμενων προγραμμάτων
εκτός ΗΠΑ. Η μελέτη
εξετάζει τα κίνητρα πίσω
από τη δημιουργία των
golden visa σε κάθε
χώρα, αποτιμά το
οικονομικό τους
αποτύπωμα και αναλύει
πώς οι κυβερνήσεις
διαχειρίζονται τις
κοινωνικές και πολιτικές
εντάσεις που συχνά
συνοδεύουν τέτοιες
πολιτικές, όπως
επισημαίνει το Barron’s.
Σύμφωνα
με την έκθεση, την οποία
υπογράφει η Andreza
Aruska de Souza Santos
από το King’s College
London, στόχος είναι να
απομακρυνθεί η δημόσια
συζήτηση από στερεότυπα
και συναισθηματικές
προσεγγίσεις και να
βασιστεί σε τεκμηριωμένα
δεδομένα.
Η
περίπτωση της
Πορτογαλίας
Η
Πορτογαλία εισήγαγε το
πρόγραμμα golden visa το
2012, επιδιώκοντας την
προσέλκυση ξένων
επενδύσεων μετά την
κρίση χρέους της
Ευρωζώνης. Έκτοτε, το
πρόγραμμα έχει αποφέρει
περισσότερα από 7,3 δισ.
ευρώ. Αρχικά προσέλκυσε
επενδυτές από την Κίνα
και τη Βραζιλία και
αργότερα από τη Βόρεια
Αμερική, καθώς προσέφερε
πρόσβαση σε πορτογαλικό
–και κατ’ επέκταση
ευρωπαϊκό– διαβατήριο με
ελάχιστη φυσική παρουσία
στη χώρα.
Οι
επενδύσεις σε ακίνητα
αποτέλεσαν τη
δημοφιλέστερη επιλογή,
απορροφώντας σχεδόν το
80% των συνολικών
κεφαλαίων. Η εισροή αυτή
αναμόρφωσε αγορές όπως
της Λισαβόνας και του
Πόρτο, αυξάνοντας τις
αξίες γης και
μεταβάλλοντας τη
φυσιογνωμία των πόλεων.
Ωστόσο, κατά την περίοδο
της πανδημίας, οι
πιέσεις στην αγορά
κατοικίας ανέδειξαν
έντονα προβλήματα
στέγασης για τον τοπικό
πληθυσμό.
Το 2023,
η Πορτογαλία απέσυρε την
επιλογή επένδυσης σε
ακίνητα και πλέον
απαιτεί επενδύσεις
τουλάχιστον 500.000 ευρώ
σε κεφάλαια που
δημιουργούν θέσεις
εργασίας ή στηρίζουν την
επιστημονική έρευνα.
Εναλλακτικά, προβλέπεται
χαμηλότερο όριο για
επενδύσεις που αφορούν
την προστασία της
πολιτιστικής
κληρονομιάς, με στόχο
την ενίσχυση επενδύσεων
ευρύτερου κοινωνικού
οφέλους.
Η
ελληνική προσέγγιση
Η
Ελλάδα, την οποία το
Barron’s κατατάσσει
στους ελκυστικούς
ευρωπαϊκούς προορισμούς,
διατήρησε το σκέλος των
ακινήτων στο πρόγραμμα
golden visa κατά την
αναθεώρησή του το 2024,
αυξάνοντας όμως τα
κατώτατα όρια. Στις
περιοχές υψηλής ζήτησης
το ελάχιστο ποσό
διαμορφώθηκε στις
800.000 ευρώ, ενώ στις
υπόλοιπες περιοχές στις
400.000 ευρώ. Χαμηλότερο
όριο εξακολουθεί να
ισχύει μόνο για
επενδύσεις που αφορούν
ανακαίνιση ιστορικών ή
βιομηχανικών κτιρίων.
Παράλληλα, η Ελλάδα
απαγόρευσε τη χρήση των
συγκεκριμένων ακινήτων
για βραχυχρόνιες
μισθώσεις τύπου Airbnb,
επιδιώκοντας να
περιορίσει τις πιέσεις
στην αγορά κατοικίας.
Η
δυναμική των ΗΑΕ
Τα
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
εισήγαγαν το 2019 ένα
καθεστώς μακροχρόνιας,
ανανεώσιμης διαμονής,
στοχεύοντας στην
προσέλκυση επενδυτών,
επιχειρηματιών,
επαγγελματιών και
εξειδικευμένων ταλέντων.
Οι κάτοχοι της βίζας
έχουν ευρύ φάσμα
δικαιωμάτων, χωρίς
ωστόσο δυνατότητα
απόκτησης υπηκοότητας,
γεγονός που περιορίζει
την πλήρη κοινωνική
ενσωμάτωση.
Το
πρόγραμμα εξελίσσεται
διαρκώς, με τη διεύρυνση
των επιλέξιμων
κατηγοριών και την
καθιέρωση ελάχιστου
ορίου επένδυσης σε
ακίνητα το 2021.
Πρόσφατα, το πλαίσιο
έγινε πιο «αξιοκρατικό»,
εντάσσοντας περισσότερα
επαγγέλματα και
χαμηλότερα εισοδηματικά
όρια, αντανακλώντας
–όπως επισημαίνει ο
Arton– μια ευρύτερη
παγκόσμια αναπροσαρμογή
πολιτικής.
Η ζήτηση
παραμένει
Παρά τις
συνεχείς αλλαγές, το
ενδιαφέρον για golden
visa δεν υποχωρεί. Όπως
τονίζει ο Arton, όταν
ένα πρόγραμμα
περιορίζεται, η ζήτηση
απλώς μετακινείται σε
άλλες χώρες ή επενδυτικά
σχήματα. Καθοριστικής
σημασίας για τους
επενδυτές παραμένει η
σταθερότητα του πλαισίου
και η αξιοπιστία της
χώρας υποδοχής.
|