|
Αν και ο οίκος δεν
αναμένει επανάληψη αυτής
της εξαιρετικής επίδοσης
το 2026, εκτιμά ότι οι
θετικοί καταλύτες του
2025 θα συνεχίσουν να
στηρίζουν την ελληνική
αγορά και την επόμενη
χρονιά. Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνονται η
υλοποίηση του Ταμείου
Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας (RRF),
η αντοχή της οικονομίας
στις εμπορικές εντάσεις,
η πολιτική σταθερότητα,
η σημαντική συμπίεση του
κόστους ιδίων κεφαλαίων
σε συνδυασμό με ακόμη μη
απαιτητικές αποτιμήσεις,
καθώς και η θετική
δυναμική των εταιρικών
κερδών.
Επιπλέον, η
Morgan
Stanley
επισημαίνει ότι η Ελλάδα
εφαρμόζει φορολογικές
μειώσεις – εξέλιξη
σπάνια για τα ευρωπαϊκά
δεδομένα – γεγονός που
αναμένεται να στηρίξει
την ιδιωτική κατανάλωση.
Παράλληλα, οι αναλυτές
της εκτιμούν ότι το ευρώ
θα συνεχίσει να
ενισχύεται έναντι του
δολαρίου έως την άνοιξη
του 2026, κάτι που θα
λειτουργήσει
υποστηρικτικά για τις
ελληνικές μετοχές σε
όρους δολαρίου. Σε αυτό
το πλαίσιο, ο οίκος
δηλώνει ότι προτιμά την
έκθεση στην ελληνική
αγορά μέσω του
τραπεζικού κλάδου.
Σε μακροοικονομικό
επίπεδο, η
Morgan
Stanley
προβλέπει ρυθμό
ανάπτυξης του ελληνικού
ΑΕΠ στο 2% για την
περίοδο 2026-27, σχεδόν
διπλάσιο από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης. Η
ιδιωτική κατανάλωση και
οι επενδύσεις αποτελούν
τους βασικούς μοχλούς
αυτής της υπεραπόδοσης.
Αν και το πρόγραμμα του
RRF
ολοκληρώνεται τον
Δεκέμβριο του 2026, η
τράπεζα εκτιμά ότι οι
επενδύσεις θα
διατηρηθούν σε υψηλά
επίπεδα και το 2027.
Όπως σημειώνει ο οίκος,
οι ελληνικές μετοχές
εξακολουθούν να
διαπραγματεύονται με
έκπτωση έναντι της
Ευρώπης, σε αντίθεση με
τα κρατικά ομόλογα που
έχουν ήδη
πραγματοποιήσει
σημαντική σύγκλιση. Η
απόδοση του 10ετούς
ελληνικού ομολόγου
κινείται πλέον σε
επίπεδα αντίστοιχα της
ευρωπαϊκής περιφέρειας
και παραμένει χαμηλότερη
από εκείνη της Γαλλίας
και της Ιταλίας, ενώ το
spread
έναντι του γερμανικού
Bund
συνεχίζει να
περιορίζεται. Αντίθετα,
στο χρηματιστήριο
παραμένει μεγαλύτερο
περιθώριο σύγκλισης σε
σχέση με τις ευρωπαϊκές
μετοχές.
Το κόστος ιδίων
κεφαλαίων (CoE)
της Ελλάδας έχει μειωθεί
αισθητά φέτος, στο 11,6%
από 15,1% το 2024,
ωστόσο το
spread
έναντι των ευρωπαϊκών
μετοχών εξακολουθεί να
είναι υψηλό, στις 490
μονάδες βάσης. Πριν από
την παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση,
το αντίστοιχο
spread
διαμορφωνόταν κοντά στις
100 μονάδες βάσης. Η
Morgan
Stanley
αποδίδει τη διαφορά
κυρίως στη σύνθεση του
δείκτη, καθώς οι
τράπεζες αντιστοιχούν σε
σχεδόν τα τρία τέταρτα
του
MSCI
Greece,
έναντι μόλις 13% στον
ευρωπαϊκό δείκτη.
Παρά ταύτα, ο οίκος
εκτιμά ότι το χάσμα αυτό
θα συνεχίσει να
μειώνεται, καθώς οι
ελληνικές τράπεζες έχουν
εξυγιάνει τους
ισολογισμούς τους, έχουν
επιστρέψει σε διανομές
μερισμάτων και
παρουσιάζουν ανθεκτικές
προοπτικές ανάπτυξης,
ενισχύοντας περαιτέρω
την επενδυτική
ελκυστικότητα της
ελληνικής αγοράς.






|