|
Κεντρικό
χαρακτηριστικό του
private credit αποτελεί
η ευρεία χρήση
κυμαινόμενων επιτοκίων.
Οι αποδόσεις των δανείων
προσαρμόζονται άμεσα
στις μεταβολές των
επιτοκίων αναφοράς,
γεγονός που καθιστά την
κατηγορία ιδιαίτερα
ελκυστική σε περιόδους
έντονων νομισματικών
παρεμβάσεων. Την ώρα που
ο πληθωρισμός και οι
επιθετικές αυξήσεις
επιτοκίων έχουν πιέσει
τις αποδόσεις των
ομολόγων σταθερού
επιτοκίου, ο ιδιωτικός
δανεισμός έχει
λειτουργήσει ως φυσικό
μέσο αντιστάθμισης του
επιτοκιακού κινδύνου.
Η
εντυπωσιακή ανάπτυξη του
κλάδου δεν προέκυψε
τυχαία. Μετά τη
χρηματοπιστωτική κρίση
του 2008, οι τράπεζες
υποχρεώθηκαν να
λειτουργούν υπό
αυστηρότερα κανονιστικά
πλαίσια και αυξημένες
κεφαλαιακές απαιτήσεις,
περιορίζοντας τη
δυνατότητά τους να
χρηματοδοτούν πιο
σύνθετες ή υψηλότερου
ρίσκου επιχειρήσεις. Το
private credit ήρθε να
καλύψει αυτό το κενό,
διοχετεύοντας κεφάλαια
σε τομείς όπου το
τραπεζικό σύστημα
υποχωρούσε. Τα τελευταία
χρόνια, η γεωπολιτική
αβεβαιότητα, η αυξημένη
μεταβλητότητα στις
αγορές και η ανάγκη για
ταχεία ολοκλήρωση
συναλλαγών ενίσχυσαν
περαιτέρω αυτή τη
μετατόπιση.
Ωστόσο,
η αγορά του private
credit δεν αποτελεί
ενιαίο σύνολο. Ο άμεσος
δανεισμός (direct
lending) συνιστά τον
βασικό κορμό της, με
παροχή –κατά κανόνα–
ανώτερων και
εξασφαλισμένων δανείων
προς ιδιωτικές
επιχειρήσεις χωρίς
επενδυτική βαθμίδα. Οι
δομές αυτές προσφέρουν
προβλέψιμες ταμειακές
ροές και έχουν ιστορικά
εμφανίσει χαμηλότερα
ποσοστά ζημιών.
Παράλληλα, αναπτύσσονται
στρατηγικές mezzanine
και second lien, οι
οποίες βρίσκονται
χαμηλότερα στην
κεφαλαιακή διάρθρωση,
αλλά προσφέρουν
υψηλότερες δυνητικές
αποδόσεις, συχνά με
συμμετοχή σε ίδια
κεφάλαια.
Σημαντικό ρόλο
διαδραματίζουν επίσης το
distressed debt, που
αφορά επιχειρήσεις σε
οικονομική πίεση, καθώς
και οι επενδύσεις σε
«ειδικές καταστάσεις»,
όπως συγχωνεύσεις,
εξαγορές, αποσχίσεις ή
σύνθετα εταιρικά
γεγονότα. Ταυτόχρονα, η
χρηματοδότηση με βάση
περιουσιακά στοιχεία
(asset-based finance)
διευρύνει το πεδίο
εφαρμογής πέρα από τις
επιχειρήσεις,
περιλαμβάνοντας ακίνητα,
υποδομές, εξοπλισμό και
εμπορικές απαιτήσεις.
Για τους
επενδυτές, το private
credit έχει πλέον
καθιερωθεί ως
εναλλακτική επιλογή
υψηλότερων αποδόσεων σε
σχέση με τις
παραδοσιακές επενδύσεις
σταθερού εισοδήματος.
Προσφέρει πριμ μη
ρευστότητας, χαμηλότερη
συσχέτιση με τις
δημόσιες αγορές και,
ιστορικά, ευνοϊκότερη
σχέση απόδοσης και
κινδύνου. Σε μια περίοδο
όπου μετοχές και ομόλογα
συχνά κινούνται
παράλληλα, το στοιχείο
της διαφοροποίησης
αποκτά ιδιαίτερη αξία.
Τα
ιστορικά δεδομένα
ενισχύουν αυτή την
εικόνα. Την τελευταία
δεκαετία, το private
credit έχει παρουσιάσει
υψηλότερες αποδόσεις και
χαμηλότερη μεταβλητότητα
σε σύγκριση με τα δάνεια
υψηλής μόχλευσης και τα
ομόλογα υψηλής απόδοσης.
Σε περιβάλλοντα ανόδου
επιτοκίων, οι αποδόσεις
του όχι μόνο
διατηρήθηκαν αλλά
ενισχύθηκαν, ενώ ακόμη
και σε ήπιους κύκλους
αποκλιμάκωσης κατάφερε
να υπεραποδώσει.
Το
ενδιαφέρον πλέον
στρέφεται στις
προοπτικές. Σε ένα
σενάριο ήπιας
οικονομικής προσγείωσης,
σύμφωνα με τη Morgan
Stanley, ο άμεσος
δανεισμός θα μπορούσε να
επωφεληθεί από την
επανεκκίνηση της
δραστηριότητας των
private equity funds και
τη συσσωρευμένη ζήτηση
για χρηματοδότηση
εξαγορών. Παράλληλα, η
άνοδος των continuation
funds ενισχύει την
ανάγκη για υβριδικές και
κατώτερες μορφές
κεφαλαίου, ενώ ένα πιο
δυσμενές μακροοικονομικό
περιβάλλον ενδέχεται να
δημιουργήσει ευκαιρίες
στον τομέα των διασώσεων
και των αναδιαρθρώσεων.
|