|
Ηλεκτρική ενέργεια:
Επίδοση πάνω από τον
μέσο όρο της ΕΕ
Η πιο
ισχυρή επίδοση της
Ελλάδας καταγράφεται
στον τομέα του
ηλεκτρισμού. Το 2024, το
51,2% της ακαθάριστης
κατανάλωσης ηλεκτρικής
ενέργειας στη χώρα
προήλθε από ανανεώσιμες
πηγές, ποσοστό που
υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό
μέσο όρο του 47,5%.
Η
εξέλιξη αυτή αντανακλά
τη ραγδαία ανάπτυξη
φωτοβολταϊκών και
αιολικών εγκαταστάσεων,
καθώς και τη σταδιακή
απεξάρτηση από τον
λιγνίτη. Η Ελλάδα
εντάσσεται πλέον στην
ομάδα των χωρών όπου οι
ΑΠΕ αποτελούν βασικό
πυλώνα του ηλεκτρικού
συστήματος και όχι απλώς
συμπληρωματική λύση,
μαζί με οικονομίες όπως
η Γερμανία, η Ισπανία
και η Ολλανδία.
Σε
ευρωπαϊκό επίπεδο, η
αιολική και η
υδροηλεκτρική ενέργεια
κυριαρχούν στο μείγμα
των ΑΠΕ, ενώ η ηλιακή
ενέργεια αναδεικνύεται
στη ταχύτερα
αναπτυσσόμενη
τεχνολογία, με την
παραγωγή της να έχει
αυξηθεί εντυπωσιακά μέσα
σε λιγότερο από είκοσι
χρόνια.
Θέρμανση
και ψύξη: Σημαντικό αλλά
ανεκμετάλλευτο περιθώριο
Στον
τομέα της θέρμανσης και
της ψύξης, η εικόνα
είναι πιο μικτή. Η
Ελλάδα δεν βρίσκεται
στις χαμηλότερες θέσεις
της ευρωπαϊκής
κατάταξης, ωστόσο απέχει
αισθητά από τις χώρες
του Βορρά που
πρωταγωνιστούν, με
ποσοστά χρήσης ΑΠΕ άνω
του 60%.
Η
διαπίστωση αυτή
αναδεικνύει ένα
σημαντικό ανεκμετάλλευτο
δυναμικό, ιδίως για μια
χώρα με υψηλή ηλιοφάνεια
και αυξανόμενη διείσδυση
αντλιών θερμότητας. Η
περαιτέρω πρόοδος στον
τομέα συνδέεται άμεσα
τόσο με την
αποτελεσματικότητα των
προγραμμάτων ενεργειακής
αναβάθμισης των κτιρίων
όσο και με τη δυνατότητα
των νοικοκυριών να
επενδύσουν σε καθαρές
και αποδοτικές
τεχνολογίες.
Μεταφορές: Το βασικό
έλλειμμα της μετάβασης
Η
μεγαλύτερη αδυναμία της
Ελλάδας εντοπίζεται
ξεκάθαρα στις μεταφορές.
Το 2024, μόλις το 3,9%
της ενέργειας που
καταναλώθηκε στον τομέα
αυτό προήλθε από
ανανεώσιμες πηγές,
έναντι μέσου όρου 11,2%
στην ΕΕ.
Η χώρα
κατατάσσεται έτσι στις
τελευταίες θέσεις της
ευρωπαϊκής κατάταξης και
απέχει σημαντικά από τον
στόχο του 29% έως το
2030. Η περιορισμένη
χρήση βιοκαυσίμων, η
αργή διείσδυση της
ηλεκτροκίνησης και η
διαχρονική εξάρτηση από
τα υγρά καύσιμα
συνθέτουν ένα βαθιά
δομικό πρόβλημα, που δεν
επιδέχεται
αποσπασματικές λύσεις.
Ταυτόχρονα, στον τομέα
των μεταφορών
αποτυπώνονται έντονα οι
επιπτώσεις της
μακρόχρονης οικονομικής
κρίσης, με έναν
γηρασμένο στόλο
επιβατικών οχημάτων,
φορτηγών και λεωφορείων,
ο οποίος εξακολουθεί σε
μεγάλο βαθμό να
βασίζεται σε ορυκτά
καύσιμα, επιβαρύνοντας
τόσο το ενεργειακό
ισοζύγιο όσο και το
περιβαλλοντικό αποτύπωμα
της χώρας.
Από την
παραγωγή στην τελική
χρήση
Η
ουσιαστική πρόκληση για
την Ελλάδα μετατοπίζεται
πλέον στους τομείς που
καθορίζουν το πραγματικό
ενεργειακό και
οικονομικό αποτύπωμα:
τις μεταφορές, τα κτίρια
και τη θέρμανση. Εκεί, η
διείσδυση καθαρών
τεχνολογιών παραμένει
περιορισμένη,
επιβραδύνοντας τη
συνολική πρόοδο της
ενεργειακής μετάβασης.
Καθώς η
Ευρωπαϊκή Ένωση
συνεχίζει να κινείται σε
ένα φιλόδοξο και
δεσμευτικό πλαίσιο
πολιτικής με ορίζοντα το
2030, το κρίσιμο
ζητούμενο για τη χώρα
είναι η ικανότητά της να
μεταφέρει την πρόοδο της
παραγωγής ΑΠΕ στην
τελική κατανάλωση, μέσω
επενδύσεων σε σύγχρονες
υποδομές, ανανέωσης των
ενεργοβόρων στόλων και
εφαρμογής στοχευμένων
πολιτικών με ουσιαστικό
κοινωνικό και οικονομικό
αποτύπωμα, που θα
γεφυρώσουν το διαχρονικό
χάσμα μεταξύ παραγωγής
και χρήσης ενέργειας.
|