|
Για
161.587 ιδιοκτήτες
ακινήτων που εισπράττουν
ενοίκια άνω των 12.000
ευρώ ετησίως, ο φόρος
μειώνεται έως και πάνω
από 1.300 ευρώ ανάλογα
με το ύψος του
μισθώματος λόγω του νέου
ενδιάμεσου συντελεστή
25% αντί 35% που ίσχυε
έως πέρυσι για τα
εισοδήματα από 12.000
έως 24.000 ευρώ.
Σύμφωνα
με τη νέα κλίμακα, για
εισοδήματα έως 12.000
ευρώ ο συντελεστής
παραμένει στο 15%, από
12.001 ευρώ έως 24.000
ευρώ διαμορφώνεται στο
25%, για ποσά από 24.001
ευρώ έως 35.000 ευρώ
ανέρχεται σε 35% και για
πάνω από 35.001 ευρώ σε
45%.
Σημαντικά και τα οφέλη
για τους εκμισθωτές
ακινήτων:
Για
εισόδημα από ενοίκια
ύψους 15.000 ευρώ ο
φόρος από 2.850 ευρώ που
είναι σήμερα πέφτει στα
2.550 ευρώ και έτσι το
όφελος διαμορφώνεται στα
300 ευρώ.
Για
εισόδημα 20.000 ευρώ ο
φόρος μειώνεται από τα
4.600 ευρώ στα 3.800
ευρώ (κέρδος 800 ευρώ).
Για
εισοδήματα 25.000 ευρώ η
επιβάρυνση περιορίζεται
κατά 1.200 ευρώ, καθώς
διαμορφώνεται στα 5.150
ευρώ από 6.350 ευρώ.
Για
εισοδήματα 30.000 ευρώ
το όφελος είναι 1.200
ευρώ (ο φόρος μειώνεται
στα 6.900 ευρώ από 8.100
ευρώ).
Για
εισοδήματα 35.000 ευρώ η
ελάφρυνση είναι 1.200
ευρώ καθώς το ποσό του
φόρου διαμορφώνεται στα
8.650 ευρώ από 9.850
ευρώ.
Για
εισόδημα 40.000 ευρώ ο
φόρος μειώνεται στα
10.800 ευρώ από 12.100
ευρώ δηλαδή κατά 1.300
ευρώ.
Από την
επεξεργασία των
περυσινών φορολογικών
δηλώσεων προκύπτει ότι
περίπου 1,8 εκατ.
φορολογούμενοι
εμφανίζουν εισοδήματα
από ενοίκια που
ξεπερνούν τα 8,5 δισ.
ευρώ ετησίως. Όσον αφορά
στη κατανομή το 71% των
φορολογουμένων δηλώνουν
έως 5.000 ευρώ και ένα
16% δηλώνει από 5.001
έως 10.000 ευρώ, δηλαδή
το 87% των ιδιοκτητών
δηλώνει κάτω από 10.000
ευρώ ετήσιο εισόδημα από
ακίνητα. Ενοίκια πάνω
από 10.000 ευρώ και έως
20.000 ευρώ το χρόνο
δηλώνουν περίπου 160.000
φορολογούμενοι
(λιγότεροι από 1 στους
10).
Κλειστές
κατοικίες
Οι
ιδιοκτήτες που θα
νοικιάσουν κλειστές
κατοικίες ή θα
μετατρέψουν βραχυχρόνιες
σε μακροχρόνιες
μισθώσεις έως τις 31
Δεκεμβρίου του 2026 θα
έχουν πλήρη απαλλαγή από
το φόρο για τα
εισοδήματα που θα
αποκτούν για μια
τριετία. Στόχος του
μέτρου είναι να
ενισχυθεί η διάθεση των
αδρανών κατοικιών στην
αγορά ενοικίασης,
αυξάνοντας την προσφορά
διαθέσιμων διαμερισμάτων
και συμβάλλοντας στη
σταθεροποίηση των τιμών
των ενοικίων που
κινούνται σε έντονα
ανοδική τροχιά
τουλάχιστον την
τελευταία τριετία.
Η
κατάργηση της φορολογίας
ισχύει για ενοικιάσεις
κατοικιών που ήταν κενές
για τουλάχιστον τρία
χρόνια καθώς και για
κατοικίες που ήταν προς
εκμετάλλευση στη
βραχυχρόνια μίσθωση
επιφανείας έως 120 τ.μ.
Αν ο ενοικιαστής έχει
περισσότερα από δύο
τέκνα για κάθε παραπάνω
τέκνο το όριο αυξάνεται
κατά 20 τ.μ. Η διάρκεια
της μίσθωσης θα πρέπει
να είναι τριετής. Αν ο
ενοικιαστής αποχωρήσει
από τη κατοικία, η
απαλλαγή θα συνεχιστεί
μέχρι τη συμπλήρωση
τριετίας αν εντός
τριμήνου ο ιδιοκτήτης
συνάψει μία και μόνον
νέα τριετή σύμβαση
κύριας κατοικίας. Για
ενοικιάσεις σε δημοσίους
υπαλλήλους επιτρέπονται
απεριόριστες μισθώσεις
τουλάχιστον εξάμηνης
διάρκειας και η
προθεσμία για την
επαναμίσθωσή της
προκειμένου να μην χαθεί
η απαλλαγή) είναι
εξάμηνη, με την άπρακτη
πάροδο της οποίας
χάνεται η απαλλαγή για
το υπόλοιπο διάστημα.
Αν η
κατοικία εντός των τριών
ετών διατεθεί για
βραχυχρόνια μίσθωση, η
απαλλαγή παύει να ισχύει
αναδρομικά από το πρώτο
έτος της μίσθωσης, οπότε
θα τεθεί και θέμα
αναδρομικής καταβολής
φόρου εισοδήματος για
όλα τα εισπραχθέντα
μισθώματα που είχαν
απαλλαγεί από το φόρο
εισοδήματος
Ο ΕΝΦΙΑ
Περισσότεροι από 1 εκατ.
φορολογούμενοι με κύρια
κατοικία σε μικρά χωριά
θα διαπιστώσουν αυτόματη
έκπτωση 50% στα φετινά
εκκαθαριστικά του ΕΝΦΙΑ
που θα καταφθάσουν στις
αρχές Μαρτίου, ενώ από
το 2027 θα απαλλαγούν
πλήρως από το φόρο.
Το μέτρο
ισχύει για τα δικαιώματα
στα ακίνητα που αφορούν
κύρια κατοικία και
ανήκουν σε φυσικά
πρόσωπα, φορολογικούς
κατοίκους Ελλάδας, των
οποίων η κύρια κατοικία,
όπως προκύπτει από τη
δήλωση φορολογίας
εισοδήματος βρίσκεται σε
οικισμούς με πληθυσμό
μικρότερο των 1.500
κατοίκων, εξαιρουμένων
των οικισμών που
βρίσκονται στην
Περιφέρεια Αττικής (πλην
της Περιφερειακής
Ενότητας Νήσων). Η
μείωση κατά 50% στον
ΕΝΦΙΑ χορηγείται
αποκλειστικά για τα
δικαιώματα (πλήρης
κυριότητα, ψιλή
κυριότητα, επικαρπία)
επί της κύριας κατοικίας
και εφόσον η συνολική
αξία του 100% της
πλήρους κυριότητας δεν
υπερβαίνει τις 400.000
ευρώ.
Αξίζει
να διευκρινιστεί ότι η
έκπτωση αφορά μόνο στην
κύρια κατοικία και δεν
ισχύει για άλλα ακίνητα
του φορολογούμενου όπως
δευτερεύουσα ή εξοχική
κατοικία, οικόπεδα η
αγροτεμάχια καθώς και
για κύρια κατοικία που η
αντικειμενική της αξία
υπερβαίνει το όριο των
400.000 ευρώ. Η ρύθμιση
καλύπτει 12.720
οικισμούς με συνολικό
πληθυσμό 2,15
εκατομμυρίων κατοίκων,
σε σύνολο 13.586
οικισμών πανελλαδικά.
Τα
τεκμήρια
Σε ισχύ
τέθηκαν και οι μειώσεις
έως 35% στα τεκμήρια
διαβίωσης των κατοικιών,
απαλλάσσοντας
εκατοντάδες χιλιάδες
φορολογούμενους από
επιπλέον φόρους στο
τεκμαρτό εισόδημα. Το
τεκμήριο διαβίωσης για
την κύρια κατοικία
υπολογίζεται κλιμακωτά
με βάση την επιφάνειά
της ως εξής:
Μέχρι
και 80 τ.μ. κύριοι
χώροι, 28 ευρώ ανά τ.μ.
(από 40 ευρώ/ τ.μ.)
Από 81
τ.μ. μέχρι και 120 τ.μ.
κύριοι χώροι, 45 ευρώ
ανά τ.μ. (από 65
ευρώ/τ.μ.)
Από 121
τ.μ. μέχρι και 200 τ.μ.
κύριοι χώροι, 77 ευρώ
ανά τ.μ. (από 110
ευρώ/τ.μ.)
Από 201
τ.μ. μέχρι και 300 τ.μ.
κύριοι χώροι, 140 ευρώ
ανά τ.μ. (από 200
ευρώ/τ.μ.)
Από 301
τ.μ. και άνω κύριοι
χώροι, 280 ευρώ ανά τ.μ.
(από 400 ευρώ/ τ.μ.)
Τα
προαναφερθέντα ποσά
προσαυξάνονται κατά 40%
για κατοικίες που
βρίσκονται σε περιοχές
με τιμή ζώνης από 2.800
ευρώ έως 4.999 ευρώ το
τ.μ. και κατά 70% για
περιοχές με τιμή ζώνης
από 5.000 ευρώ και άνω
το τετραγωνικό. Για τις
μονοκατοικίες
εφαρμόζεται προσαύξηση
20% ενώ αντίθετα για τις
δευτερεύουσες κατοικίες
τα ποσά μειώνονται κατά
50%.
Τα
τεκμήρια διαβίωσης
βαρύνουν τους
φορολογούμενους είτε
είναι οι ίδιοι
ιδιοκτήτες των ακινήτων
αυτών, είτε τα
νοικιάζουν είτε τους
έχουν παραχωρηθεί
δωρεάν. Σε περίπτωση που
ο φορολογούμενος δηλώνει
«φιλοξενούμενος»
απαλλάσσεται από το
τεκμήριο διαβίωσης για
την κατοικία, καθώς αυτό
βαρύνει τον
«φιλοξενούντα».
Αναστολή
Φ.Π.Α.
Ο ΦΠΑ
στις μεταβιβάσεις
νεόδμητων οικοδομών
«παγώνει» και για το
τρέχον έτος. Θα
επιβάλλεται μόνο ο φόρος
μεταβίβασης 3%. Η
αναστολή του ΦΠΑ θα
ισχύσει για όλα τα
αδιάθετα ακίνητα του
κατασκευαστή ενώ το
μέτρο συμπιέζει αισθητά
το κόστος απόκτησης
στέγης λόγω της
χαμηλότερης επιβάρυνσης
για τον αγοραστή.
Για παράδειγμα:
Για
διαμέρισμα αξίας 200.000
ευρώ το κόστος για τον
αγοραστή με τον ΦΠΑ και
το φόρο μεταβίβασης
αυξάνεται στα 248.000
ευρώ. Με την αναστολή
του ΦΠΑ ο αγοραστής θα
επιβαρυνθεί μόνο με το
φόρο μεταβίβασης 3% και
συνεπώς η συνολική
δαπάνη για την απόκτηση
του διαμερίσματος θα
διαμορφωθεί στα 206.000
ευρώ, δηλαδή θα είναι
μειωμένο κατά 42.000
ευρώ ή κατά 17%.
Για
κατοικία αξίας 300.000
ευρώ, η επιβολή ΦΠΑ 24%
θα ανέβαζε το τελικό
τίμημα στα 372.000 ευρώ,
ενώ με την εφαρμογή μόνο
του φόρου μεταβίβασης 3%
περιορίζεται σε 309.000
ευρώ. Ο αγοραστής δηλαδή
κερδίζει 63.000 ευρώ.
Εκτός
του ΦΠΑ σε αναστολή
μέχρι τα τέλη του 2026
τέθηκε και ο φόρος
υπεραξίας 15% που
επιβάλλεται στη διαφορά
μεταξύ τη τιμής
απόκτησης και της τιμής
πώλησης του ακινήτου με
βάση συντελεστές
απομείωσης ανάλογα με τα
έτη διακράτησης του
ακινήτου από τον
φορολογούμενο. Ο φόρος
επιβαρύνει τους πωλητές
οι οποίοι με τη σειρά
τους τον μετακυλίουν
στους αγοραστές
ανεβάζοντας τη τελική
τιμή του ακινήτου.
Ανακαίνιση κατοικιών
Έκπτωση
στο φόρο εισοδήματος έως
16.000 ευρώ σε βάθος
πενταετίας (από το 2027
έως το 2031) θα
κερδίσουν όσοι
πραγματοποιήσουν εντός
του τρέχοντος έτους
δαπάνες για ενεργειακή,
λειτουργική ή αισθητική
αναβάθμιση κατοικιών ή
επαγγελματικών ακινήτων.
Η ετήσια έκπτωση φόρου
φθάνει έως τα 3.200
ευρώ, υπό την προϋπόθεση
ότι οι δαπάνες έχουν
εξοφληθεί με ηλεκτρονικά
μέσα και τα σχετικά
παραστατικά έχουν
διαβιβαστεί στην ΑΑΔΕ.
Για
παράδειγμα
φορολογούμενος με
δαπάνες 15.000 ευρώ το
2026 θα έχει έκπτωση
φόρου 3.000 ευρώ το
χρόνο και για πέντε
χρόνια την οποία θα δει
στο εκκαθαριστικό της
εφορίας του 2027, του
2028, του 2029, του 2030
και του 2031.
(15.000/5=3.000 ευρώ).
Για δαπάνες 5.000 ευρώ
το όφελος ανέρχεται σε
1.000 ευρώ ετησίως για
πέντε χρόνια και για
δαπάνες 3.000 ευρώ σε
600 ευρώ.
Προϋπόθεση για τη μείωση
του φόρου είναι οι
δαπάνες αγοράς υλικών
που λαμβάνονται υπόψη,
να μην υπερβαίνουν το
1/3 της δαπάνης
εκτέλεσης εργασιών.
|