|
Πράγματι, πέραν του
γεγονότος ότι την
περίοδο 2023-2024 η
αύξηση του ΑΕΠ στην
Ελλάδα ήταν σημαντικά
ταχύτερη από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης (2,3%
έναντι 0,85%),
καταγράφηκε και ταχύτερη
άνοδος της
παραγωγικότητας της
εργασίας. Το ΑΕΠ ανά
εργαζόμενο αυξήθηκε κατά
1%, έναντι μηδενικής
μεταβολής στην Ευρωζώνη,
ενώ το ΑΕΠ ανά ώρα
εργασίας ενισχύθηκε κατά
0,77%, τη στιγμή που
στην Ευρωζώνη μειώθηκε
κατά 0,16%.
Ακόμη
και αν οι προβλέψεις για
το 2026 είναι ευνοϊκές
–με την παραγωγικότητα
στην Ελλάδα να εκτιμάται
ότι θα αυξηθεί συνολικά
κατά 2,3% σε όρους ΑΕΠ
ανά εργαζόμενο και κατά
2% σε όρους ΑΕΠ ανά ώρα
εργασίας σε σύγκριση με
το 2024, έναντι 1,6% και
1,3% αντίστοιχα στην
Ευρωζώνη– η απόσταση
παραμένει αισθητή. Το
ελληνικό ΑΕΠ ανά
εργαζόμενο εξακολουθεί
να κινείται γύρω στο 52%
του μέσου όρου της
Ευρωζώνης, ενώ το ΑΕΠ
ανά ώρα εργασίας είναι
ακόμη χαμηλότερο, στο
46%. Όπως επισημαίνεται
στην έκθεση, «τα χάσματα
αυτά στην παραγωγικότητα
δεν αναμένεται να
περιοριστούν ουσιαστικά
κατά τη διάρκεια του
2025 και του 2026».
Ο κ.
Αποστόλης Φιλιππόπουλος,
καθηγητής στο Οικονομικό
Πανεπιστήμιο Αθηνών,
σημείωσε ότι «ο
υψηλότερος ρυθμός
αύξησης του ΑΕΠ ήταν σε
μεγάλο βαθμό
αναμενόμενος, λόγω του
ισχυρού “ριμπάουντ” μετά
τη βαθιά ύφεση, κάποιων
ορθών πολιτικών
επιλογών, αλλά και της
συμβολής του Ταμείου
Ανάκαμψης». Ταυτόχρονα,
εξέφρασε την ανησυχία
του για το τι θα
ακολουθήσει μετά το
2027, όταν το Ταμείο
Ανάκαμψης θα ολοκληρώσει
τον κύκλο του. Από την
πλευρά του, ο κ. Ηλίας
Καραγιάννης, καθηγητής
στο
George
Washington
University,
υπογράμμισε ότι «η
Ελλάδα τα πηγαίνει καλά,
ωστόσο τίθεται ζήτημα
βιωσιμότητας και
ανθεκτικότητας της
ανάπτυξης».
Παρά τη
σαφή δημοσιονομική
βελτίωση, η έκθεση
καταγράφει επίμονες
διαρθρωτικές αδυναμίες
στη δημόσια διοίκηση και
στη συνολική
αποτελεσματικότητα της
κυβέρνησης, η οποία
παραμένει χαμηλότερη
τόσο από τα προ της
κρίσης επίπεδα όσο και
από τον μέσο όρο της
Ευρωζώνης. Η Ελλάδα
συγκαταλέγεται στις
χώρες με υψηλές δημόσιες
δαπάνες ως ποσοστό του
ΑΕΠ, αλλά με συγκριτικά
χαμηλή απόδοση του
δημόσιου τομέα. Αν και
οι δαπάνες για έρευνα
και ανάπτυξη το 2023
ήταν υπερδιπλάσιες σε
σχέση με το 2014, το
οικοσύστημα καινοτομίας
εξακολουθεί να βασίζεται
κυρίως στο Δημόσιο και
στον ακαδημαϊκό χώρο.
Παράλληλα, η χώρα έχει
υποχωρήσει στη συνολική
κατάταξη
ανταγωνιστικότητας,
καταλαμβάνοντας την 50ή
θέση μεταξύ 69
οικονομιών, ενώ
παραμένει έντονα
εξαρτημένη από τις
εισαγωγές.
Σύμφωνα
με τα συμπεράσματα της
έκθεσης, καθίσταται
επιτακτική η αναβάθμιση
της ποιότητας των
επενδύσεων, καθώς και η
άμεση αντιμετώπιση των
θεσμικών αδυναμιών στη
δημόσια διοίκηση, στο
κράτος δικαίου, στη
διαφάνεια και στη
λογοδοσία, προκειμένου η
αναπτυξιακή πορεία να
αποκτήσει πραγματικό
βάθος και διάρκεια.
|