|
Όπως
είχε επισημάνει στις
αρχές Νοεμβρίου ο
διευθύνων σύμβουλος της
HELLENiQ
Energy,
Ανδρέας Σιάμισιης, από
το 8ο
Athens
Investment
Forum,
η επανεκκίνηση του
αγωγού επιτρέπει τη
μείωση του κόστους
μεταφοράς και τη
βελτίωση του
περιβαλλοντικού
αποτυπώματος του Ομίλου.
Το σημαντικότερο,
ωστόσο, είναι ότι σε μια
περίοδο κατά την οποία
ρωσικές εταιρείες
πετρελαιοειδών στα
Βαλκάνια βρίσκονται υπό
πίεση ή αποχωρούν, η
HELLENiQ
Energy
αποκτά σαφές στρατηγικό
πλεονέκτημα για την
ενίσχυση της παρουσίας
της στις αγορές της
περιοχής.
Καθοριστικό βήμα προς
την επαναλειτουργία
αποτέλεσε η χορήγηση,
στις 22 Δεκεμβρίου, της
άδειας λειτουργίας για
το ελληνικό τμήμα του
αγωγού από το υπουργείο
Περιβάλλοντος και
Ενέργειας προς τη ΒΑΡΔΑΞ
Α.Ε. Πρόκειται για
εταιρεία κοινού σχήματος
της ΕΛΠΕΤ Βαλκανική Α.Ε.
(θυγατρικής της
HELLENiQ
Energy
με ποσοστό 80%) και της
κυβέρνησης της Βόρειας
Μακεδονίας (20%). Η
άδεια έχει διάρκεια 40
ετών και αφορά
αποκλειστικά τη μεταφορά
πετρελαίου κίνησης.
Η
εταιρεία «Επιχείρηση
Πετρελαιαγωγού
Θεσσαλονίκη–Σκόπια–Βαρδάξ
Α.Ε.» ιδρύθηκε τον
Αύγουστο του 2002 ως
ιδιοκτήτρια του αγωγού,
ο οποίος στην αρχική του
μορφή μετέφερε αργό
πετρέλαιο προς διύλιση
στις εγκαταστάσεις της
ΟΚΤΑ. Ο αγωγός τέθηκε σε
αδράνεια το 2013, μετά
την αναστολή λειτουργίας
του διυλιστηρίου των
Σκοπίων. Στο διάστημα
που ακολούθησε,
πραγματοποιούνταν οι
απαραίτητες εργασίες
συντήρησης, ενώ ενόψει
της επανενεργοποίησης
διενεργήθηκε πλήρης
τεχνικός έλεγχος, που
επέκτεινε την ωφέλιμη
διάρκεια ζωής του έργου
έως τον Ιούνιο του 2051.
Τον
Νοέμβριο, η κυβέρνηση
της Βόρειας Μακεδονίας
ενέκρινε και το πλαίσιο
τιμολόγησης για τη
μεταφορά πετρελαϊκών
προϊόντων μέσω του
αγωγού, με τη σχετική
απόφαση να δημοσιεύεται
στο επίσημο δελτίο της
χώρας στις 6 Νοεμβρίου
2025 και να τίθεται σε
ισχύ από την επομένη.
Σε
τεχνικό επίπεδο, ο
αγωγός αποτελεί τμήμα
κλειστού υδραυλικού
συστήματος που
λειτουργεί αποκλειστικά
μεταξύ των δύο
τερματικών σταθμών, στο
διυλιστήριο Θεσσαλονίκης
και στις εγκαταστάσεις
της ΟΚΤΑ. Έχει
ονομαστική διάμετρο 16
ιντσών και συνολικό
μήκος περίπου 213
χιλιομέτρων, εκ των
οποίων τα 69 χιλιόμετρα
βρίσκονται εντός της
ελληνικής επικράτειας.
Είναι κατασκευασμένος
από χάλυβα, με
αντιδιαβρωτική
προστασία, πίεση
σχεδιασμού 102
barg
και δυναμικότητα
μεταφοράς 2,5 εκατ.
τόνων ετησίως.
Η
τροφοδοσία γίνεται από
ειδική δεξαμενή 80.000
κυβικών μέτρων στο
διυλιστήριο της
Θεσσαλονίκης. Το σύστημα
περιλαμβάνει 15
βανοστάσια κατά μήκος
της διαδρομής, εκ των
οποίων τρία στην Ελλάδα,
καθώς και ολοκληρωμένο
σύστημα ελέγχου με
δυνατότητες ανίχνευσης
διαρροών και άμεσης
διακοπής λειτουργίας σε
περίπτωση έκτακτης
ανάγκης.
Η
επανεκκίνηση του αγωγού
συμπίπτει με μια
ιδιαίτερα κρίσιμη
ενεργειακή συγκυρία για
τη Βόρεια Μακεδονία. Οι
πρόσφατοι αποκλεισμοί
στα τελωνεία, λόγω
κινητοποιήσεων αγροτών
και κτηνοτρόφων στην
Ελλάδα, έχουν δυσχεράνει
τις εισαγωγές
ενεργειακών προϊόντων,
τη στιγμή που η
γειτονική χώρα καλύπτει
περίπου το 86% των
αναγκών της σε
πετρελαϊκά προϊόντα από
την Ελλάδα. Στο πλαίσιο
αυτό, η κυβέρνηση της
Βόρειας Μακεδονίας
κήρυξε στις 23
Δεκεμβρίου επταήμερη
κατάσταση ενεργειακής
έκτακτης ανάγκης, λόγω
προβλημάτων στην
προμήθεια μαζούτ και
καθυστερήσεων στις
εισαγωγές λιγνίτη.
Το
επεισόδιο αυτό ανέδειξε
τις διαρθρωτικές
αδυναμίες του
ενεργειακού μίγματος της
χώρας, η οποία
εξακολουθεί να βασίζεται
σε γηρασμένες λιγνιτικές
μονάδες, με περιορισμένη
ακόμη διείσδυση των ΑΠΕ
και αυξημένη εξάρτηση
από εισαγωγές ηλεκτρικής
ενέργειας σε περιόδους
αιχμής. Σε αυτό το
περιβάλλον, η
επαναλειτουργία του
αγωγού
Θεσσαλονίκης–Σκοπίων
αποκτά πρόσθετη
γεωοικονομική και
ενεργειακή σημασία για
ολόκληρη την περιοχή.
|