|
Το
υψηλότερο ποσοστό των
συνολικών ρυθμισμένων
οφειλών (15,52%) εντοπίζεται
στο εύρος 500 με 10.000
ευρώ, ενώ εντός αυτού
του εύρους το ποσοστό
των ρυθμισμένων οφειλών
αγγίζει το 18,16% για
ποσά από 2.000 έως 3.000
ευρώ.
Ωστόσο, τα ποσοστά
διαφέρουν μεταξύ φυσικών
και νομικών προσώπων.
Συγκεκριμένα, το
υψηλότερο ποσοστό
ρυθμισμένων οφειλών
φυσικών προσώπων
εντοπίζεται μεταξύ 500
και 10.000 ευρώ (15,34%)
και αγγίζει το 18,40%
για ποσά από 2.000 έως
3.000 ευρώ. Αντίθετα, τα
νομικά πρόσωπα ρυθμίζουν
σε υψηλότερο ποσοστό
(21,66%) οφειλές που
ανήκουν στο εύρος από
10.000 έως 100.000 ευρώ,
ενώ το ποσοστό αυτό
φτάνει στο 25% στην
κατηγορία 10.000 με
20.000 ευρώ. Χαμηλά
ποσοστά ρύθμισης οφειλών
διαπιστώνονται τόσο σε
χαμηλά ποσά οφειλής
(ιδιαίτερα κάτω των 500
ευρώ), όσο και σε υψηλά
ποσά οφειλής (άνω των
20.000 ευρώ για φυσικά
πρόσωπα και άνω των
150.000 ευρώ για νομικά
πρόσωπα).
Η
διάρθρωση
Εξετάζοντας την ποιοτική
διάρθρωση του
πραγματικού
ληξιπρόθεσμου υπολοίπου,
διαπιστώνεται ότι
το 60,97% αυτού, που
αντιστοιχεί σε 51,93
δισ. ευρώ, πηγάζει από
φορολογικές οφειλές. Το
υπόλοιπο των πραγματικών
ληξιπρόθεσμων οφειλών
προέρχεται από άλλες
κατηγορίες οφειλής, οι
οποίες παρουσιάζουν
χαμηλό ποσοστό
είσπραξης. Σ’ αυτές
περιλαμβάνονται τα
πρόστιμα (φορολογικά και
μη φορολογικά) τα οποία
αποτελούν το 28,43% του
πραγματικού
ληξιπρόθεσμου υπολοίπου,
καθώς αγγίζουν τα 24,22
δισ. ευρώ και οι μη
φορολογικές οφειλές
(δάνεια, δικαστικά
έξοδα, καταλογισμοί
κτλ.), οι οποίες
αποτελούν το 10,60% του
πραγματικού
ληξιπρόθεσμου υπολοίπου,
ποσοστό που αντιστοιχεί
σε 9,03 δισ. ευρώ.
Λαμβάνοντας υπόψη
ότι 8,30 δισ. ευρώ από
τις φορολογικές οφειλές
πηγάζουν από αφερέγγυους
οφειλέτες και 16,58 δισ.
ευρώ αφορούν σε οφειλές
με λήξη δόσεων πέραν της
τελευταίας δεκαετίας,
απομένουν 27,05 δισ.
ευρώ οφειλών από τις
οποίες πηγάζει το 92,37%
των εισπράξεων.
Συνεπώς,
το σύνολο σχεδόν των
εισπράξεων προέρχεται
από μόλις το 31,76% του
πραγματικού
ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Αναλύοντας περαιτέρω τις
φορολογικές οφειλές που
περιλαμβάνονται στο
πραγματικό ληξιπρόθεσμο
υπόλοιπο (51,93 δισ.
ευρώ) διαπιστώνεται ότι
το μεγαλύτερο ποσοστό
(47,20%) αφορά τον ΦΠΑ,
καθώς οι οφειλές
αγγίζουν τα 24,51 δισ.
ευρώ. Ακολουθεί ο φόρος
εισοδήματος με ποσοστό
42,11%, ενώ οι φόροι
στην περιουσία
καταγράφουν χαμηλό
ποσοστό 5,37% αφού
περιλαμβάνουν οφειλές
ύψους 2,79 δισ. ευρώ.
Αναφορικά με τον
συνολικό αριθμό των
οφειλετών, στο τέλος
Οκτωβρίου του 2025
παρατηρείται μείωση κατά
30.407 πρόσωπα (φυσικά
και νομικά) σε σχέση με
την αντίστοιχη περίοδο
του 2024 με αποτέλεσμα
να διαμορφώνεται στους
3.896.032 οφειλέτες.
Η
Εφορία, έως το τέλος του
έτους, πρόκειται να
διαγράψει επιπλέον χρέη
10 δισ. Ευρώ,
χαρακτηρίζοντάς τα
«ανεπίδεκτα είσπραξης».
Από
αυτά, τα 9,8 δισ. ευρώ
αφορούν μεγάλα ποσά
οφειλών άνω του
1.500.000 ευρώ ανά
περίπτωση και μόλις 200
εκατ. ευρώ είναι
μικροοφειλές. Πρόκειται
για χρέη που παραμένουν
στα μητρώα επί χρόνια,
καθώς προέρχονται κυρίως
από επιχειρήσεις που
έχουν κηρύξει πτώχευση ή
από οφειλέτες που έχουν
αποβιώσει ή δεν έχουν
εισοδήματα και λιμνάζουν
δεκαετίες στα συρτάρια
των εφοριών και των
τελωνείων.
Στο
τραπέζι νέες παρεμβάσεις
Ο «χάρτης» των
ληξιπρόθεσμων οφειλών,
δείχνει την ανάγκη
πιο στοχευμένων και
ευέλικτων παρεμβάσεων,
ώστε να αυξηθεί η
συμμετοχή στις ρυθμίσεις
και να περιοριστούν οι
ληξιπρόθεσμες οφειλές
στο Δημόσιο, όπως ζητάει
το σύνολο της αγοράς. Με
τη συμμετοχή των
οφειλετών στις
διαθέσιμες ρυθμίσεις να
παραμένει περιορισμένη
και το ύψος των χρεών να
αυξάνεται, εξετάζονται
αρμοδίως διάφορα σενάρια
που θα μπορούσαν να
διευκολύνουν τους
οφειλέτες.
Μία από
τις προτάσεις που
υπάρχει στο τραπέζι,
είναι η φορολογική
διοίκηση να εφαρμόσει
νέες στρατηγικές
είσπραξης, ανάλογα με το
«προφίλ» του οφειλέτη,
το είδος και το ύψος των
οφειλών που έχει, και
ανάλογα να προχωρά σε
εξατομικευμένη ρύθμιση
οφειλών. Η ΑΑΔΕ σε
περιοδική βάση θα
αξιολογεί τη συμπεριφορά
των οφειλετών και θα
διενεργεί έλεγχο και
επαναξιολόγηση της
συμπεριφοράς τους.
Παράλληλα, δεν έχει
αποκλειστεί η βελτίωση
των όρων της πάγιας
ρύθμισης, να αυξηθεί ο
αριθμός των δόσεων της
πάγιας ρύθμισης οφειλών
προς το Δημόσιο σε 36
από 24 που είναι σήμερα
και να μειωθεί το
επιτόκιο. Το ενδεχόμενο
μιας νέας ρύθμισης
ανάλογης αυτής των 120
δόσεων έχει απορριφθεί
από το υπουργείο
Οικονομικών υπό τη σκιά
και του «απαγορευτικού»,
για λόγους κουλτούρας
πληρωμών, που έχουν
βάλει και οι δανειστές.
|