|
Η
φαινομενική «χημεία»
μεταξύ Τραμπ και Σι
παραμένει εύθραυστη.
Παρότι οι αγορές είδαν
θετικά τη βελτίωση του
κλίματος, η
πραγματικότητα είναι ότι
ο Σι εξήλθε ενισχυμένος
από τον εμπορικό πόλεμο
του 2025, γεγονός που
αφήνει τον Τραμπ σε
μειονεκτική θέση. Αυτό
δύσκολα θα περάσει
απαρατήρητο στην
Ουάσινγκτον. Οι δύο
ηγέτες ενδέχεται να
συναντηθούν αρκετές
φορές μέσα στο 2026,
κάτι που δημιουργεί
ευκαιρίες τόσο για
συνεννόηση όσο και για
νέες εντάσεις.
Ακόμη κι
αν αποφευχθούν ανοιχτές
συγκρούσεις, οι σχέσεις
ΗΠΑ–Κίνας εκτιμάται ότι
θα παραμείνουν
τεταμένες. Σύμφωνα με
έρευνα του Ινστιτούτου
MERICS,
η πλειονότητα των
ειδικών προβλέπει
επιδείνωση σε όλα τα
επίπεδα, από το εμπόριο
και την τεχνολογία έως
τη στρατιωτική
συνεργασία. Η απόφαση
της αμερικανικής
κυβέρνησης να επιτρέψει
στην
Nvidia
να διαθέτει προηγμένα
τσιπ στην Κίνα έχει
προκαλέσει αντιδράσεις,
καθώς παρέχει στο Πεκίνο
πρόσβαση σε τεχνολογία
σημαντικά ανώτερη από
τις εγχώριες δυνατότητές
του, παρά τους
υφιστάμενους
περιορισμούς.
Παράλληλα, ανοίγει ένα
ακόμη μέτωπο στις
σχέσεις Κίνας–Ιαπωνίας.
Το Τόκιο συνδέει πλέον
πιο ξεκάθαρα τη δική του
ασφάλεια με τη
σταθερότητα στο Στενό
της Ταϊβάν, στάση που η
Κίνα θεωρεί προκλητική.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Σι
Τζινπίνγκ αναμένεται να
δοκιμάσει τα όρια της
αμερικανικής ανοχής στο
ζήτημα της Ταϊβάν,
αυξάνοντας την πίεση
προς την Ταϊπέι.
Η Ταϊβάν
βρίσκεται μπροστά σε μια
δύσκολη χρονιά. Ο
πρόεδρος Λάι Τσινγκ-τε
καλείται να διαχειριστεί
εσωτερικά πολιτικά
αδιέξοδα, ενώ ταυτόχρονα
προωθεί έναν
συμπληρωματικό αμυντικό
προϋπολογισμό ύψους 40
δισ. δολαρίων για τον
εκσυγχρονισμό των
ενόπλων δυνάμεων. Αν και
η χώρα έχει δεσμευτεί να
αυξήσει τις αμυντικές
δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ
έως το 2030, παραμένει
ανοιχτό το ερώτημα αν
αυτό αρκεί για την
αποτροπή.
Αμερικανικές υπηρεσίες
πληροφοριών εκτιμούν ότι
ο Σι επιθυμεί ο Λαϊκός
Απελευθερωτικός Στρατός
να είναι έτοιμος για
στρατιωτική δράση έως το
2027. Ωστόσο, πολλοί
αναλυτές θεωρούν
λιγότερο πιθανή μια
άμεση εισβολή και
περισσότερο ρεαλιστικά
σενάρια αποκλεισμού ή
«γκριζαρίσματος» της
περιοχής. Ήδη, οι
κινεζικές στρατιωτικές
ασκήσεις, οι παραβιάσεις
της μέσης γραμμής, οι
ναυτικές περιπολίες και
οι κυβερνοεπιχειρήσεις
αποτελούν σχεδόν
καθημερινό φαινόμενο και
αναμένεται να
συνεχιστούν.
Την ίδια
στιγμή, η Βόρεια Κορέα
αναδεικνύεται σε έναν
από τους σοβαρότερους
αποσταθεροποιητικούς
παράγοντες της περιοχής.
Σύμφωνα με τις
αμερικανικές εκτιμήσεις,
η Πιονγκγιάνγκ διαθέτει
πλέον διηπειρωτικούς
πυραύλους ικανούς να
πλήξουν τις ηπειρωτικές
ΗΠΑ. Ο Κιμ Γιονγκ Ουν
έχει εγκαταλείψει κάθε
συζήτηση περί
αποπυρηνικοποίησης,
θεωρώντας το πυρηνικό
του οπλοστάσιο θεμέλιο
της ασφάλειας του
καθεστώτος του.
Η
ενίσχυση των δεσμών με
τη Ρωσία και η σταθερή
στήριξη της Κίνας
ενδυναμώνουν περαιτέρω
τη θέση του. Οι
ενδείξεις για πιθανή
επανέναρξη διαλόγου με
τη Νότια Κορέα το 2026
προσφέρουν στον Κιμ ένα
διαπραγματευτικό
πλεονέκτημα, είτε για
χαλάρωση των κυρώσεων
είτε για μια σιωπηρή
αποδοχή ότι η
αποπυρηνικοποίηση έχει
αποτύχει. Στο μεταξύ,
νέες πυραυλικές δοκιμές
και έντονη διπλωματική
δραστηριότητα θεωρούνται
σχεδόν βέβαιες.
Η Ασία
το 2026 δεν βρίσκεται
στο κατώφλι ενός άμεσου
πολέμου. Ωστόσο,
εισέρχεται σε μια
περίοδο αυξημένης
αστάθειας, με
περισσότερες εστίες
έντασης και λιγότερα
περιθώρια λάθους.
Οι επόμενοι μήνες
απαιτούν εγρήγορση – και
γερά νεύρα.
Πηγή: Bloomberg
|