|
Έτσι,
ενώ η Ευρωπαϊκή Αρχή
Τραπεζών (EBA) και ο
Ενιαίος Εποπτικός
Μηχανισμός (SSM) ζητούν
από τις τράπεζες να
εκτιμήσουν επιπτώσεις
που θα μπορούσαν να
φτάσουν έως και τις 300
μονάδες βάσης (3%) των
ιδίων κεφαλαίων τους, η
άσκηση εξακολουθεί να
χαρακτηρίζεται επισήμως
ως ποιοτική. Σύμφωνα με
τον σχεδιασμό της,
στόχος της είναι να
αξιολογηθεί η ικανότητα
των τραπεζών να
ενσωματώνουν τους
γεωπολιτικούς κινδύνους
στα εσωτερικά τους
πλαίσια διαχείρισης
κινδύνων και stress
testing, καθώς και στις
διαδικασίες εσωτερικής
αξιολόγησης κεφαλαιακής
επάρκειας (ICAAP).
Τα
αποτελέσματα θα
αξιοποιηθούν ποιοτικά
στη Διαδικασία Εποπτικής
Εξέτασης και Αξιολόγησης
(SREP), ενώ έχει
αποφασιστεί ότι δεν θα
επηρεάσουν τους δείκτες
κεφαλαίων του Πυλώνα 2
που ανακοινώθηκαν
πρόσφατα για το 2026,
μετά τα πλήρη stress
tests του καλοκαιριού,
στα οποία οι ελληνικές
τράπεζες πέτυχαν ισχυρές
επιδόσεις.
Ωστόσο,
σύμφωνα με πληροφορίες,
το γεγονός αυτό δεν
παύει να προκαλεί
δυσαρέσκεια στις
ευρωπαϊκές τράπεζες.
Όπως έχει επισημανθεί
και στο παρελθόν, στον
κλάδο υπάρχει η αίσθηση
ότι διαμορφώνεται ένα
πυκνό πλέγμα υποχρεώσεων
και περιορισμών, την ώρα
που το ρυθμιστικό
πλαίσιο για τις
αμερικανικές τράπεζες
εμφανίζεται πιο χαλαρό,
ενδεχομένως με αυξημένο
ρίσκο.
Από την
άλλη πλευρά, η άσκηση
έχει ουσιαστική σημασία,
καθώς ο γεωπολιτικός
κίνδυνος θεωρείται πλέον
ένας από τους
σοβαρότερους παράγοντες
αστάθειας για το
τραπεζικό σύστημα.
Οι
διαφορές με το
πανευρωπαϊκό stress test
του 2025
Ο
επόπτης έχει εξηγήσει
τις βασικές διαφορές
μεταξύ του πλήρους
πανευρωπαϊκού stress
test του 2025 και της
θεματικής άσκησης
γεωπολιτικού κινδύνου
που θα διεξαχθεί το
2026.
Στο
stress test του 2025, το
δυσμενές σενάριο της EBA
προέβλεπε σημαντική
επιδείνωση του
παγκόσμιου
μακροοικονομικού
περιβάλλοντος, οδηγώντας
σε παρατεταμένη ύφεση
και απότομες πτώσεις
στις τιμές των
περιουσιακών στοιχείων
σε ορίζοντα τριετίας
(2025-2027). Μεταξύ των
βασικών παραδοχών
περιλαμβάνονταν:
επιδείνωση των
γεωπολιτικών εντάσεων με
σοβαρές και διαρκείς
επιπτώσεις στο εμπόριο
και την εμπιστοσύνη,
οικονομική ύφεση,
πληθωριστικές πιέσεις,
αύξηση της ανεργίας,
πτώση
στις τιμές ενεργητικού
και υψηλότερα επιτόκια.
Σύμφωνα
με τον επόπτη, το
σενάριο αυτό ήταν
αυστηρότερο από
προηγούμενες ασκήσεις,
προσομοιώνοντας συνθήκες
ακόμη δυσμενέστερες από
εκείνες της παγκόσμιας
χρηματοπιστωτικής κρίσης
του 2008. Παρά τη
σφοδρότητά του, τα
αποτελέσματα έδειξαν ότι
το ευρωπαϊκό τραπεζικό
σύστημα διατήρησε την
ανθεκτικότητά του,
κυρίως χάρη στην ισχυρή
κερδοφορία των τραπεζών.
Τι
αλλάζει στο τεστ του
2026
Η βασική
διαφορά έγκειται στο ότι
το τεστ του 2026 δεν
αποτελεί πλήρες
πανευρωπαϊκό stress
test, αλλά μια θεματική
και αντίστροφη (reverse)
άσκηση προσομοίωσης με
επίκεντρο τους
γεωπολιτικούς κινδύνους,
την οποία διενεργεί ο
SSM. Σε αυτήν
συμμετέχουν περίπου 110
τράπεζες που τελούν υπό
την άμεση εποπτεία της
ΕΚΤ.
Σε
αντίθεση με το 2025, δεν
παρέχεται ένα κοινό,
κεντρικά καθορισμένο
σενάριο. Αντιθέτως, οι
τράπεζες καλούνται να
εντοπίσουν και να
ποσοτικοποιήσουν οι
ίδιες συγκεκριμένα
γεωπολιτικά γεγονότα
–όπως διαταραχές στην
εφοδιαστική αλυσίδα ή
επιβολή κυρώσεων– τα
οποία θα μπορούσαν να
οδηγήσουν σε σημαντική
μείωση, τουλάχιστον κατά
300 μονάδες βάσης, του
δείκτη βασικών ιδίων
κεφαλαίων (CET1).
Ο στόχος
της άσκησης είναι καθαρά
ποιοτικός και
επικεντρώνεται στην
αξιολόγηση της
εσωτερικής ετοιμότητας
των τραπεζών να
ενσωματώνουν τον
γεωπολιτικό κίνδυνο στα
συστήματα διαχείρισης
κινδύνων και στο ICAAP.
Τα συμπεράσματα θα
τροφοδοτήσουν ποιοτικά
τη διαδικασία SREP.
Ο
δείκτης γεωπολιτικού
κινδύνου
Σύμφωνα
με τον ορισμό της ΕΚΤ, ο
γεωπολιτικός κίνδυνος
αφορά την απειλή, την
εκδήλωση και την
κλιμάκωση αρνητικών
γεγονότων που
σχετίζονται με πολέμους,
τρομοκρατία και εντάσεις
μεταξύ κρατών ή
πολιτικών δρώντων, τα
οποία διαταράσσουν την
ομαλή εξέλιξη των
διεθνών σχέσεων.
Οι
γεωπολιτικοί κίνδυνοι
μπορούν να μεταφραστούν
σε πιστωτικούς,
αγοραίους, λειτουργικούς
και χρηματοδοτικούς
κινδύνους, μεταδίδοντας
κραδασμούς στο τραπεζικό
σύστημα μέσω των
χρηματοπιστωτικών
αγορών, της πραγματικής
οικονομίας και των
καναλιών ασφάλειας και
προστασίας.
Η
ποσοτική αποτίμηση αυτών
των κινδύνων βασίζεται
σε ειδικό δείκτη, ο
οποίος καταρτίζεται από
ειδησεογραφικά δεδομένα
και αποτυπώνει την
αβεβαιότητα οικονομικής
πολιτικής. Ο δείκτης
μετρά τον αριθμό άρθρων
εφημερίδων που περιέχουν
όρους όπως «αβέβαιο» ή
«αβεβαιότητα», σε
συνδυασμό με αναφορές
στην οικονομία και την
πολιτική.
Τα
δεδομένα καλύπτουν την
περίοδο από τον
Ιανουάριο του 1997 έως
τον Αύγουστο του 2025
για την Ευρώπη και έως
τον Ιούλιο του 2025 για
τον παγκόσμιο δείκτη. Ο
ευρωπαϊκός δείκτης
βασίζεται σε εφημερίδες
της Γαλλίας, της
Γερμανίας, της Ιταλίας,
της Ισπανίας και του
Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ
ο παγκόσμιος δείκτης
αποτελεί σταθμισμένο –με
βάση το ΑΕΠ– μέσο όρο
αντίστοιχων εθνικών
δεικτών από μια ευρεία
ομάδα χωρών, μεταξύ των
οποίων και η Ελλάδα.
|