|
Σε ό,τι
αφορά τα δημοσιονομικά
μεγέθη, κατά το δεκάμηνο
Ιανουαρίου – Οκτωβρίου
2025 το ενοποιημένο
πρωτογενές αποτέλεσμα
της Γενικής Κυβέρνησης,
μετά τις αναγκαίες
προσαρμογές,
διαμορφώθηκε σε
πλεόνασμα €13.525 εκατ.,
μειωμένο κατά €1.356
εκατ. σε σύγκριση με το
αντίστοιχο διάστημα του
2024. Τα φορολογικά
έσοδα κατέγραψαν
σημαντική άνοδο, με
βασικούς μοχλούς τον
φόρο εισοδήματος
(+€2.349 εκατ.) και τα
έσοδα από ΦΠΑ (+€1.814
εκατ.). Στο σκέλος των
δαπανών, οι συνολικές
δαπάνες του Κρατικού
Προϋπολογισμού αυξήθηκαν
κατά €2.669 εκατ. σε
ετήσια βάση, εξέλιξη που
αποδίδεται κυρίως στην
άνοδο των πρωτογενών
δαπανών κατά €1.861
εκατ.
Το ΓΠΚΒ
επισημαίνει επίσης ότι η
Ελλάδα έχει σημειώσει
πρόοδο στη σύγκλιση του
«κενού συμμόρφωσης ΦΠΑ»
προς τον μέσο όρο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για
το 2023, το κενό αυτό
εκτιμάται σε €3 δισ., ή
11% των δυνητικών
εσόδων, έναντι
ευρωπαϊκού μέσου όρου
9,5%. Σύμφωνα με την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την
περίοδο 2019–2023 το
σχετικό ποσοστό μειώθηκε
κατά 13%. Παρά τη
βελτίωση αυτή, το
Γραφείο υπογραμμίζει ότι
η χώρα δεν διαθέτει
ακόμη μηχανισμό
αξιολόγησης της
αποτελεσματικότητας ενός
ιδιαίτερα μεγάλου
αριθμού φορολογικών
απαλλαγών, κόστους
€18,82 δισ. το 2023 και
€22,88 δισ. το 2024, ενώ
απαιτείται επιτάχυνση
στη διαμόρφωση
στρατηγικής αξιολόγησης
των κινδύνων φορολογικής
συμμόρφωσης.
Χρέος
και παραγωγικότητα
Η έκθεση
περιλαμβάνει ειδική
ανάλυση της σχέσης
μεταξύ λόγου δημοσίου
χρέους προς ΑΕΠ και
παραγωγικότητας, η οποία
αποτελεί βασικό
συντελεστή της
μακροχρόνιας ευημερίας.
Το ΓΠΚΒ επαναλαμβάνει
ότι βασική προτεραιότητα
πολιτικής πρέπει να
είναι η ταχεία
αποκλιμάκωση του χρέους
σε συνδυασμό με την
ενίσχυση της
παραγωγικότητας και,
κατ’ επέκταση, των
μισθών.
Η
διεθνής βιβλιογραφία
καταδεικνύει αρνητική
–και συχνά μη γραμμική–
σχέση μεταξύ υψηλού
δημοσίου χρέους και
οικονομικής μεγέθυνσης,
ιδιαίτερα όταν το χρέος
παραμένει αυξημένο για
μεγάλο χρονικό διάστημα.
Πολλές μελέτες
επισημαίνουν ότι όταν ο
λόγος χρέους υπερβαίνει
το 90%–100% του ΑΕΠ, οι
ρυθμοί ανάπτυξης τείνουν
να επιβραδύνονται.
Για την
Ελλάδα, το Γραφείο
διακρίνει δύο διακριτές
περιόδους. Κατά την
πρώτη (1980–2008), τόσο
η συνολική
παραγωγικότητα όσο και η
παραγωγικότητα της
εργασίας αυξάνονταν
παράλληλα με το δημόσιο
χρέος. Στη δεύτερη
περίοδο (2009–2019),
μετά την εκδήλωση της
κρίσης και με το χρέος
να υπερβαίνει το 110%
του ΑΕΠ, παρατηρείται
αρνητική συσχέτιση, με
σημαντική υποχώρηση τόσο
της συνολικής
παραγωγικότητας όσο και
της παραγωγικότητας της
εργασίας.
Ειδικότερα, την περίοδο
2009–2019, η αύξηση του
λόγου χρέους προς ΑΕΠ
κατά περίπου 78
ποσοστιαίες μονάδες
συνδέθηκε με απώλεια
13,1% της συνολικής
παραγωγικότητας και
12,7% της
παραγωγικότητας της
εργασίας σε σχέση με τη
μακροχρόνια τάση τους.
Δεδομένου ότι η
παραγωγικότητα αποτέλεσε
τον βασικό μοχλό
οικονομικής ανάπτυξης
τις τελευταίες
δεκαετίες, τα ευρήματα
αυτά είναι κρίσιμα για
τη χάραξη οικονομικής
πολιτικής. Καταδεικνύουν
ότι όταν ο λόγος
χρέους-ΑΕΠ υπερβαίνει το
όριο του 100%, η σχέση
χρέους και
παραγωγικότητας
μετατρέπεται από
ουδέτερη σε αρνητική.
Σημαντικό ρόλο στην
επιβράδυνση της
παραγωγικότητας και της
ανάπτυξης φαίνεται να
διαδραματίζουν οι
ιδιωτικές επενδύσεις,
καθώς η μετάβαση σε
καθεστώς υψηλού χρέους
συνοδεύεται από αισθητή
μείωση του μεριδίου τους
στο ΑΕΠ – από 13,8% σε
συνθήκες χαμηλού χρέους
σε 8,9% σε συνθήκες
υψηλού χρέους. Η αύξηση
του δημοσίου χρέους
επηρεάζει τις ιδιωτικές
επενδύσεις αφενός μέσω
της αύξησης των
ασφαλίστρων κινδύνου και
των πραγματικών
επιτοκίων, που
περιορίζουν τη
χρηματοδότηση, και
αφετέρου μέσω
στρεβλωτικών πολιτικών
χρηματοδότησης, όπως
υψηλότεροι φόροι και
περικοπές παραγωγικών
δημοσίων δαπανών.
Ενόψει
της μετά-ΤΑΑ περιόδου,
το ΓΠΚΒ τονίζει ότι τα
μεγάλης κλίμακας
ιδιωτικά επενδυτικά
σχέδια θα πρέπει να
αποτελέσουν βασικό μοχλό
ανάπτυξης, αξιοποιώντας
τη δημοσιονομική και
πολιτική σταθερότητα και
τα θετικά σήματα προς
τις αγορές από την
πρόωρη αποπληρωμή
χρέους. Ωστόσο, εμπόδια
όπως το κόστος
ενέργειας, η έλλειψη
εξειδικευμένου
ανθρώπινου δυναμικού, η
αβεβαιότητα και το
ρυθμιστικό πλαίσιο θα
πρέπει να
αντιμετωπιστούν,
προκειμένου να
ενισχυθούν ουσιαστικά οι
ιδιωτικές επενδύσεις.
|