|
Η βασική
διαφορά, όπως
επισημαίνει, έγκειται
στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ
συνεχίζουν να
προσελκύουν κεφάλαια,
καθώς αντιμετωπίζονται
ως ασφαλές καταφύγιο σε
ένα ασταθές διεθνές
περιβάλλον και ως μία
από τις δύο κύριες
ατμομηχανές της τεχνητής
νοημοσύνης. Αντίθετα, η
Γαλλία δεν διαθέτει
αντίστοιχα
πλεονεκτήματα, με
αποτέλεσμα να υφίσταται
ισχυρότερες πιέσεις για
άμεση δράση σε σχέση με
την Ουάσιγκτον.
Η
Ιταλία, παρότι έχει
σημειώσει αξιόλογη
πρόοδο υπό τις
κυβερνήσεις των
Mario
Draghi
και
Giorgia
Meloni,
δεν έχει απομακρυνθεί
πλήρως από τον κίνδυνο.
Ο λόγος είναι ότι οι
δυνητικοί ρυθμοί
ανάπτυξης της ιταλικής
οικονομίας παραμένουν
εξαιρετικά χαμηλοί,
γεγονός που εξακολουθεί
να προκαλεί ανησυχία.
Η
Γερμανία, σύμφωνα με τον
Schmieding,
αποτελεί μια ξεχωριστή
περίπτωση. Εξαιτίας του
αυστηρού «φρένου
χρέους», αξιοποίησε τα
δημοσιονομικά της
περιθώρια κυρίως για την
ενίσχυση της δημόσιας
κατανάλωσης, αφήνοντας
σε δεύτερη μοίρα τις
δημόσιες επενδύσεις. Η
πρόσφατη χαλάρωση αυτού
του περιοριστικού
πλαισίου, που επιτρέπει
αυξημένες δαπάνες για
άμυνα και υποδομές,
ενδέχεται να διορθώσει
αυτές τις στρεβλώσεις.
Υπό
αυτές τις συνθήκες, το
δημόσιο χρέος της
Γερμανίας θα μπορούσε να
αυξηθεί από το 62% του
ΑΕΠ σε επίπεδα κοντά στο
80% μέσα στην επόμενη
δεκαετία, χωρίς ωστόσο
να πλησιάσει τα επίπεδα
χρέους που καταγράφονται
στις περισσότερες
ανεπτυγμένες οικονομίες.
Παρά
ταύτα, λόγω του χαμηλού
αρχικού της σημείου, η
Γερμανία δεν μπορεί να
λειτουργήσει ως πρότυπο
για άλλες χώρες. Όπως
σημειώνει
χαρακτηριστικά, οι
αγορές ομολόγων δεν θα
επέτρεπαν στη Γαλλία ή
στο Ηνωμένο Βασίλειο να
προχωρήσουν σε παρόμοια
αύξηση δαπανών, εφόσον
αυτή στηρίζεται στον
δανεισμό.
«Σε
τελική ανάλυση, κάθε
χώρα ξεχωριστά θα
χρειαστεί να λάβει
δύσκολες αποφάσεις για
να επαναφέρει τα δημόσια
οικονομικά της σε
βιώσιμη τροχιά»,
υπογραμμίζει ο
Schmieding.
Τα
ευρωομόλογα, κατά την
άποψή του, δεν συνιστούν
ουσιαστική λύση, καθώς
ένας μόνιμος και
εκτεταμένος κοινός
δανεισμός θα προϋπέθετε
αυστηρό κεντρικό έλεγχο
ως προς τη χρήση των
πόρων από τα κράτη-μέλη.
Αυτό,
ωστόσο, δεν σημαίνει ότι
η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν
μπορεί να στηρίξει τις
χώρες της. Σε περίπτωση
σοβαρής κρίσης, υπάρχει
η δυνατότητα παροχής
δανείων υπό όρους μέσω
του
ESM
ή της ΕΚΤ.
Επιπλέον, ο
οικονομολόγος της
Berenberg
θεωρεί εύλογο η Ε.Ε. να
προσφέρει προσωρινή
ευελιξία, επιτρέποντας
στα κράτη-μέλη να μην
ενσωματώνουν τις
πρόσθετες αμυντικές
δαπάνες στα
δημοσιονομικά τους
ελλείμματα. Αντίστοιχη
πρόβλεψη θα μπορούσε να
ισχύσει και για κοινά
ομόλογα που θα
χρηματοδοτήσουν τον
εξοπλισμό και την
ανοικοδόμηση της
Ουκρανίας, με τη χρήση
των «παγωμένων»
περιουσιακών στοιχείων
της ρωσικής κεντρικής
τράπεζας ως έμμεσης
εγγύησης για τα εν λόγω
δάνεια.
|