|
Επενδύσεις και
διαρθρωτικές αδυναμίες
Πέρα από
τους εξωτερικούς
κινδύνους, η ελληνική
οικονομία εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει χρόνιες
προκλήσεις. Μεταξύ αυτών
ξεχωρίζουν η χαμηλή
συμμετοχή των επενδύσεων
στο ΑΕΠ σε σύγκριση με
τον μέσο όρο της ΕΕ, η
υστέρηση στην
παραγωγικότητα της
εργασίας και τα σχετικά
χαμηλά ποσοστά
απασχόλησης, ιδιαίτερα
σε γυναίκες και νέους.
Παράλληλα, ζητούμενο
παραμένει η ταχύτερη
σύγκλιση του πραγματικού
κατά κεφαλήν ΑΕΠ με τα
ευρωπαϊκά επίπεδα, καθώς
και η βελτίωση του
ισοζυγίου τρεχουσών
συναλλαγών. Η Alpha Bank
υπογραμμίζει ότι η
ενίσχυση της
ανταγωνιστικότητας περνά
μέσα από την προώθηση
της καινοτομίας, την
αύξηση των δαπανών για
έρευνα και ανάπτυξη, την
υιοθέτηση νέων
τεχνολογιών και την
αναβάθμιση των
δεξιοτήτων του
ανθρώπινου δυναμικού.
Το
στεγαστικό στο προσκήνιο
Ιδιαίτερη βαρύτητα
δίνεται και στο ζήτημα
της προσιτής στέγης, το
οποίο εξελίσσεται σε
κοινή πρόκληση για την
Ελλάδα και την Ευρώπη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η
Κομισιόν παρουσίασε το
European Affordable
Housing Plan με στόχο
την αύξηση της προσφοράς
κατοικιών και τη στήριξη
των ευάλωτων κοινωνικών
ομάδων.
Στην
ίδια κατεύθυνση
κινούνται και οι
πρόσφατες πρωτοβουλίες
της ελληνικής
κυβέρνησης, οι οποίες
περιλαμβάνουν νέο
πρόγραμμα επιδότησης
ανακαινίσεων,
αυστηρότερο πλαίσιο για
τη βραχυχρόνια μίσθωση
και δέσμη κινήτρων για
ιδιωτικές επενδύσεις
στον τομέα της προσιτής
κατοικίας.
Γεωοικονομικές
ανακατατάξεις και νέες
ευκαιρίες
Παρά
τους κινδύνους, η Alpha
Bank επισημαίνει ότι η
Ελλάδα εισέρχεται στο
νέο έτος με σαφώς
ισχυρότερη αναπτυξιακή
δυναμική σε σχέση με τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι
αλλαγές στο παγκόσμιο
γεωπολιτικό σκηνικό
έχουν ενισχύσει τη
γεωστρατηγική θέση της
χώρας, ιδίως στο πλαίσιο
της προσπάθειας της
Ευρώπης να μειώσει την
εξάρτησή της από τα
ρωσικά ορυκτά καύσιμα.
Η
αυξανόμενη σημασία των
θαλάσσιων μεταφορών
υγροποιημένου φυσικού
αερίου, σε συνδυασμό με
τις υφιστάμενες υποδομές
αποθήκευσης, δημιουργεί
προϋποθέσεις ώστε η
Ελλάδα να αναδειχθεί σε
ενεργειακό κόμβο για την
Κεντρική και Ανατολική
Ευρώπη. Παράλληλα, οι
τάσεις friend-shoring
και near-shoring στις
εφοδιαστικές αλυσίδες
ενισχύουν τις
πιθανότητες προσέλκυσης
νέων επενδύσεων και
αναβάθμισης του ρόλου
της χώρας ως
περιφερειακού
διαμετακομιστικού
κέντρου.
Ισχυρά
μακροοικονομικά θεμέλια
Σε
μακροοικονομικό επίπεδο,
η ελληνική οικονομία
εισέρχεται στο 2026 με
θετική «κληρονομιά». Το
πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε
κατά 2% το πρώτο
εννεάμηνο του 2025,
ξεπερνώντας τόσο τον
μέσο όρο της ΕΕ όσο και
της Ευρωζώνης,
παρατείνοντας μια
τετραετία υψηλότερων
ρυθμών ανάπτυξης.
Κινητήριες δυνάμεις της
ανάπτυξης υπήρξαν η
ιδιωτική κατανάλωση,
ενισχυμένη από την άνοδο
των εισοδημάτων και της
απασχόλησης, οι
επενδύσεις που
στηρίχθηκαν από
ευρωπαϊκούς πόρους και
οι καθαρές εξαγωγές.
Σχεδόν όλες οι
κατηγορίες επενδύσεων
κατέγραψαν άνοδο, με
εξαίρεση τον τεχνολογικό
εξοπλισμό.
Αγορά
εργασίας και δημόσια
οικονομικά
Η εικόνα
στην αγορά εργασίας
συνεχίζει να
βελτιώνεται, με την
ανεργία να υποχωρεί στο
9% το πρώτο δεκάμηνο του
2025 και την απασχόληση
να αυξάνεται κατά 1,4%
σε ετήσια βάση. Ο
αριθμός των
απασχολουμένων έχει
επιστρέψει σε επίπεδα
που είχαν να καταγραφούν
από το 2010.
Ταυτόχρονα, τα δημόσια
οικονομικά αποτελούν
πλέον σημείο ισχύος. Το
πρωτογενές πλεόνασμα της
Γενικής Κυβέρνησης
ανήλθε σε 12,4 δισ. ευρώ
στο πρώτο δεκάμηνο του
2025, ενώ ο λόγος χρέους
προς ΑΕΠ συνεχίζει την
πτωτική του πορεία,
ενισχυμένος από την
αύξηση του ονομαστικού
ΑΕΠ και τις πρόωρες
αποπληρωμές χρέους. Η
δημοσιονομική αξιοπιστία
της χώρας αποτυπώνεται
τόσο στις αναβαθμίσεις
από τους οίκους
αξιολόγησης όσο και στο
χαμηλότερο κόστος
δανεισμού σε σχέση με
χώρες όπως η Ιταλία και
η Γαλλία.
Τουρισμός και προοπτικές
για το 2026
Ο
τουρισμός παραμένει
βασικός πυλώνας στήριξης
της οικονομίας, με το
2025 να οδεύει προς
τρίτο διαδοχικό έτος
ρεκόρ σε αφίξεις και
εισπράξεις. Οι θετικές
επιδόσεις από βασικές
αγορές, όπως το Ηνωμένο
Βασίλειο, η Γερμανία και
οι ΗΠΑ, ενισχύουν
σημαντικά το ισοζύγιο
τρεχουσών συναλλαγών.
Για το
2026, η Alpha Bank
εκτιμά ότι η αναπτυξιακή
δυναμική θα διατηρηθεί,
με τις επενδύσεις να
αποτελούν τον βασικό
μοχλό μεγέθυνσης,
υποστηριζόμενες από
πόρους ύψους 16,7 δισ.
ευρώ του Προγράμματος
Δημοσίων Επενδύσεων. Η
ιδιωτική κατανάλωση
αναμένεται επίσης να
κινηθεί ανοδικά,
ενισχυμένη από
δημοσιονομικές
παρεμβάσεις και την
αύξηση του κατώτατου
μισθού.
Τέλος,
οι πληθωριστικές πιέσεις
εκτιμάται ότι θα
αποκλιμακωθούν σταδιακά,
με την πορεία των τιμών
ενέργειας να παραμένει
καθοριστικός παράγοντας,
λόγω της άμεσης σύνδεσής
τους με τις γεωπολιτικές
εξελίξεις.
|