|
Παρόμοια
εικόνα αποτυπώνεται και
στα μισθώματα. Σε
σύγκριση με το δεύτερο
εξάμηνο του 2024, τα
ενοίκια γραφείων και
καταστημάτων όλων των
κατηγοριών αυξήθηκαν σε
επίπεδο χώρας μόλις κατά
0,3% και 0,4%
αντίστοιχα. Οι χαμηλοί
αυτοί ρυθμοί αντανακλούν
τα όρια αντοχής της
ζήτησης, ιδίως από
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, οι οποίες
επιβαρύνονται από το
αυξημένο λειτουργικό
κόστος, την ενεργειακή
επιβάρυνση και το υψηλό
χρηματοδοτικό βάρος.
Η
επιβράδυνση αποτυπώνεται
και στην κατασκευαστική
δραστηριότητα. Κατά το
πρώτο οκτάμηνο του 2025,
σύμφωνα με τα στοιχεία
της ΕΛΣΤΑΤ, ο αριθμός
των νέων οικοδομικών
αδειών για επαγγελματικά
ακίνητα μειώθηκε κατά
12,5% σε σχέση με την
αντίστοιχη περίοδο του
2024, αν και σε όρους
δομήσιμου όγκου
καταγράφηκε αύξηση 7,6%.
Η διαφοροποίηση αυτή
εξηγείται από το γεγονός
ότι υλοποιούνται
λιγότερα, αλλά
μεγαλύτερης κλίμακας
έργα, τα οποία
συγκεντρώνουν το βασικό
επενδυτικό ενδιαφέρον.
Ανά
κατηγορία χρήσης, η
εικόνα παραμένει μεικτή.
Στα γραφεία, οι νέες
οικοδομικές άδειες
αυξήθηκαν κατά 36,0%,
ωστόσο ο δομήσιμος όγκος
μειώθηκε κατά 48,3%,
ένδειξη στροφής προς
μικρότερες ή πιο
εξειδικευμένες
αναπτύξεις. Στα
καταστήματα, αντίθετα,
οι άδειες μειώθηκαν κατά
6,7%, αλλά ο όγκος
αυξήθηκε κατά 42,5%,
εξέλιξη που συνδέεται με
επιλεκτικές επενδύσεις
σε εμπορικά σημεία
υψηλής προβολής.
Ιδιαίτερα αρνητική είναι
η εικόνα στον
ξενοδοχειακό κλάδο, όπου
οι νέες άδειες μειώθηκαν
τόσο σε αριθμό όσο και
σε δομήσιμο όγκο (–45,6%
και –22,4% αντίστοιχα),
μετά το έντονο
επενδυτικό κύμα των
προηγούμενων ετών.
Την ίδια
στιγμή, μεταβάλλεται και
η σύνθεση των
επενδυτικών κεφαλαίων.
Κατά το πρώτο εξάμηνο
του 2025, οι συνολικές
ξένες επενδύσεις στην
ελληνική οικονομία
ανήλθαν σε 2,8 δισ.
ευρώ, εκ των οποίων
938,3 εκατ. ευρώ
κατευθύνθηκαν στην αγορά
ακινήτων, ποσοστό 33,4%
του συνόλου. Το
αντίστοιχο ποσοστό το
2024 έφθανε το 57,8%,
γεγονός που υποδηλώνει
ότι η υποχώρηση της
κτηματαγοράς ως
επενδυτικού προορισμού
δεν οφείλεται μόνο στη
μείωση των κεφαλαίων,
αλλά και στη μετατόπιση
του ενδιαφέροντος των
ξένων επενδυτών προς
άλλους τομείς της
οικονομίας.
Η μείωση
των ξένων τοποθετήσεων
στα εμπορικά ακίνητα
αποδίδεται σε συνδυασμό
εγχώριων και διεθνών
παραγόντων που έχουν
μεταβάλει το επενδυτικό
περιβάλλον. Καθοριστική
θεωρείται η αναθεώρηση
των όρων του
προγράμματος «Χρυσή
Βίζα», η οποία, μέσω της
αύξησης του ελάχιστου
ύψους επένδυσης,
περιόρισε τη δεξαμενή
νέων ξένων επενδυτών που
εισέρχονταν αρχικά στην
αγορά κατοικίας και στη
συνέχεια αναζητούσαν
αποδόσεις σε γραφεία και
καταστήματα. Παρότι το
πρόγραμμα δεν αφορούσε
άμεσα τα εμπορικά
ακίνητα, η αλλαγή του
πλαισίου είχε έμμεσες
αλλά ουσιαστικές
επιπτώσεις στη συνολική
επενδυτική
δραστηριότητα.
Παράλληλα, το αυξημένο
κόστος κατασκευής, η
έλλειψη εξειδικευμένου
εργατικού δυναμικού,
καθώς και οι χρόνιες
γραφειοκρατικές και
διοικητικές
καθυστερήσεις στις
διαδικασίες αδειοδότησης
και μεταβίβασης, έχουν
εντείνει το επενδυτικό
ρίσκο. Την αβεβαιότητα
ενισχύουν και οι νομικές
και ρυθμιστικές
εκκρεμότητες, όπως οι
αποφάσεις του Συμβουλίου
της Επικρατείας για τον
Νέο Οικοδομικό
Κανονισμό, που έχουν
επιβραδύνει την
οικοδομική δραστηριότητα
και έχουν αυξήσει την
επιφυλακτικότητα των
επενδυτών που αναζητούν
σταθερό και προβλέψιμο
πλαίσιο κανόνων.
Ταυτόχρονα, καταγράφεται
μεταβολή στη στρατηγική
των ξένων επενδυτών, οι
οποίοι απομακρύνονται
από πιο συγκεντρωμένες
και βραχυπρόθεσμες
τοποθετήσεις στα
παραδοσιακά εμπορικά
ακίνητα και στρέφονται
σε πιο διαφοροποιημένες
ή μακροπρόθεσμες
επενδύσεις, όπως
κατοικίες υψηλής
ζήτησης,
logistics
και ειδικές κατηγορίες
ακινήτων με πιο σταθερό
επενδυτικό αφήγημα. Η
μεταστροφή αυτή
εντάσσεται σε ένα
ευρύτερο διεθνές
περιβάλλον αυξημένης
αβεβαιότητας, με
υψηλότερο κόστος
δανεισμού, επιβράδυνση
των παγκόσμιων αγορών
εμπορικών ακινήτων και
ανακατατάξεις στη
ζήτηση, ιδίως για
γραφεία.
Παρά τη
γενικότερη κάμψη, τα
κεφάλαια που παραμένουν
ενεργά στην αγορά
τοποθετούνται πλέον με
μεγαλύτερη
επιλεκτικότητα. Όπως
προκύπτει από την Έρευνα
Αγοράς Επαγγελματικών
Ακινήτων της Τράπεζας
της Ελλάδος, κατά το
πρώτο εξάμηνο του 2025
οι επενδύσεις των ΑΕΕΑΠ,
των θεσμικών επενδυτών
και των εταιρειών
ανάπτυξης ακινήτων
επικεντρώθηκαν κυρίως σε
γραφεία υψηλών
προδιαγραφών με έντονα
βιοκλιματικά
χαρακτηριστικά και σε
ειδικές οικιστικές
χρήσεις υψηλών
αποδόσεων. Οι αποδόσεις
στο επιχειρηματικό
κέντρο της Αθήνας
διαμορφώθηκαν μεταξύ
5,4% και 6,6% για τα
γραφεία και μεταξύ 5,0%
και 6,0% για τα
καταστήματα, ελαφρώς
χαμηλότερα σε σχέση με
το προηγούμενο εξάμηνο.
|