Αυτή η
τάση αντιπροσωπεύει μια
ουσιαστική
μετατόπιση από την
περίοδο χαμηλών
επιτοκίων που κυριάρχησε
την προηγούμενη δεκαετία.
Στο παρελθόν, τα χαμηλά
επιτόκια είχαν
περιορίσει τα περιθώρια
κερδοφορίας των
τραπεζών, μειώνοντας την
απόδοση των δανείων και
πιέζοντας τα καθαρά
έσοδα. Τώρα, η
σταθεροποίηση και μερική
ανάκαμψη των επιτοκίων
έχει αρχίσει να
«διορθώνει» αυτή την
πίεση, δίνοντας στις
τράπεζες ευρύτερα
περιθώρια λειτουργικής
κερδοφορίας και
δυναμικών αποτελεσμάτων.
Ταυτόχρονα, η αυξημένη
ζήτηση δανείων και η
επαναφορά της ανάπτυξης
στα πιστωτικά
χαρτοφυλάκια σημαίνει
ότι οι τράπεζες
ανακάμπτουν επίσης στα
έσοδα από δανεισμό και
χρηματοδότηση τοκοφόρων
στοιχείων ενεργητικού.
Η Deutsche Bank, για
παράδειγμα, σημείωσε
σημαντική άνοδο στην
τιμή της μετοχής της,
ξεπερνώντας την
λογιστική αξία («book
value») για πρώτη φορά
από το 2008 — μια
ένδειξη ότι οι επενδυτές
αντιλαμβάνονται την
ενίσχυση του προφίλ
κερδοφορίας του
ευρωπαϊκού τραπεζικού
τομέα.
Παρά τις θετικές αυτές
εξελίξεις, υπάρχουν και
παράγοντες ρίσκου
που πρέπει να
παρακολουθηθούν στενά:
παρά την αύξηση του NII,
η ποιότητα των
ενεργητικών και τα
κεφαλαιακά αποθέματα
παραμένουν κρίσιμες
παράμετροι, ειδικά αν οι
τράπεζες αντιμετωπίσουν
αύξηση στα επίπεδα μη
εξυπηρετούμενων δανείων
ή επιβράδυνση της
οικονομίας γενικότερα.
Επιπλέον, κάποιοι
τραπεζικοί οίκοι μπορεί
να δουν ποσοστιαίες
διαφορές στην απόδοση
ανάλογα με τις
εσωτερικές τους
στρατηγικές και το πώς
διαχειρίζονται τις
δομικές αλλαγές στις
επιτοκιακές καμπύλες.
Σε αυτό το πλαίσιο, το
2026 αναδεικνύεται ως
έτος
ισορροπίας μεταξύ των
προκλήσεων των
προηγούμενων χρόνων και
μιας νέας εποχής
δυναμικότητας και
κερδοφορίας για τον
ευρωπαϊκό τραπεζικό
τομέα — με
σημαντικές επιπτώσεις
όχι μόνο για τις ίδιες
τις τράπεζες αλλά και
για τις ευρύτερες
χρηματοπιστωτικές
αγορές, τους επενδυτές
και την πιστωτική
διάθεση των επιχειρήσεων
και των νοικοκυριών σε
όλη την Ευρώπη.
Πηγές:
RBC Economics,
Financial Times