|
Την ίδια
ώρα, ωστόσο, η ελληνική
αγορά παραμένει
ακριβότερη σε σύγκριση
με τις ώριμες και έντονα
διασυνδεδεμένες αγορές
της Βορειοδυτικής
Ευρώπης. Στη Γερμανία,
τη Γαλλία, την Ισπανία
και την Πορτογαλία, οι
μέσες τιμές το 2025
διαμορφώνονται σε ζώνη
60 έως 90 €/MWh, ενώ
ακόμη χαμηλότερα επίπεδα
καταγράφονται στις
σκανδιναβικές χώρες.
Ενδεικτικά, χαμηλότερες
μέσες τιμές από την
Ελλάδα εμφανίζουν η
Αυστρία (99,12 €/MWh), η
Τσεχία (97,45 €/MWh), η
Γερμανία (89,55 €/MWh)
και η Ολλανδία (87,07
€/MWh), ενώ στον
ευρωπαϊκό Νότο η
Πορτογαλία, η Ισπανία
και η Γαλλία κινούνται
σε σαφώς πιο
ανταγωνιστικά επίπεδα,
μεταξύ 61 και 67 €/MWh.
Κομβική
συμβολή των Ανανεώσιμων
Πηγών Ενέργειας
Η
αναβάθμιση της θέσης της
Ελλάδας συνδέεται άμεσα
με τη διεύρυνση της
συμμετοχής των
Ανανεώσιμων Πηγών
Ενέργειας στο ενεργειακό
ισοζύγιο. Κατά τη
διάρκεια του 2025, η
αυξημένη παραγωγή από
φωτοβολταϊκά και αιολικά
πάρκα περιόρισε τη
λειτουργία ακριβότερων
θερμικών μονάδων φυσικού
αερίου, ασκώντας
καθοδικές πιέσεις στις
τιμές της χονδρικής
αγοράς.
Ωστόσο,
η σύγκριση με αγορές
όπως η ισπανική και η
πορτογαλική αναδεικνύει
ότι το δυναμικό των ΑΠΕ
στην Ελλάδα δεν έχει
ακόμη αξιοποιηθεί
πλήρως. Κεντρικό εμπόδιο
αποτελεί η έλλειψη
επαρκούς δυναμικότητας
αποθήκευσης ενέργειας, η
οποία θα επέτρεπε τη
μεταφορά της
πλεονάζουσας πράσινης
παραγωγής σε χρονικές
περιόδους αυξημένης
ζήτησης.
Η
αποθήκευση ως «χαμένος
πολλαπλασιαστής»
Η
περιορισμένη ανάπτυξη
έργων αποθήκευσης –τόσο
μπαταριών όσο και
αντλησιοταμιευτικών–
έχει ως αποτέλεσμα:
έντονες
διακυμάνσεις τιμών εντός
της ημέρας,
αυξημένες περικοπές
παραγωγής από ΑΠΕ σε
φάσεις υπερπροσφοράς,
διατήρηση της εξάρτησης
από το φυσικό αέριο τις
βραδινές ώρες.
Παράγοντες της αγοράς
εκτιμούν ότι, σε
περίπτωση λειτουργίας
αποθηκευτικών υποδομών
σε επαρκή κλίμακα, η
μέση τιμή της ελληνικής
DAM θα μπορούσε να
μειωθεί επιπλέον κατά 5
έως 10 ευρώ ανά
μεγαβατώρα, ενισχύοντας
περαιτέρω τη συγκριτική
θέση της χώρας στην
ευρωπαϊκή κατάταξη.
Διασυνδέσεις: το
διαρθρωτικό μειονέκτημα
της περιοχής
Εξίσου
καθοριστικός παράγοντας
για τη διατήρηση
υψηλότερων τιμών στη
Νοτιοανατολική Ευρώπη
είναι η ανεπαρκής
ανάπτυξη ηλεκτρικών
διασυνδέσεων, τόσο εντός
της περιοχής όσο και με
τις χαμηλότερου κόστους
αγορές της Κεντρικής και
Βορειοδυτικής Ευρώπης.
Οι περιορισμοί στη
διασυνοριακή μεταφορική
ικανότητα οδηγούν σε
κατακερματισμό της
αγοράς και περιορίζουν
την πρόσβαση σε
φθηνότερες εισαγωγές
κατά τις περιόδους
αυξημένης κατανάλωσης.
Ως αποτέλεσμα, αγορές
όπως η ελληνική, η
βουλγαρική, η ρουμανική
και η σερβική εμφανίζουν
διαχρονικά υψηλότερα
επίπεδα τιμών σε
σύγκριση με χώρες που
διαθέτουν πυκνά και
ισχυρά διασυνδεδεμένα
δίκτυα.
Το
διακύβευμα της επόμενης
περιόδου
Η
σύγκλιση της Ελλάδας
προς τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο και η κατάληψη της
12ης θέσης το 2025
αποτελούν σαφή ένδειξη
προόδου. Το κρίσιμο
ζητούμενο για την
επόμενη διετία είναι η
επιτάχυνση των
επενδύσεων σε αποθήκευση
και δίκτυα, ώστε η
αυξημένη παραγωγή από
ΑΠΕ να μετατραπεί σε
διατηρήσιμα χαμηλότερο
κόστος για επιχειρήσεις
και καταναλωτές.
Παράλληλα, για
ουσιαστικότερη
εναρμόνιση των τιμών σε
πανευρωπαϊκό επίπεδο,
καθοριστική θα είναι η
υλοποίηση των επενδύσεων
στα δίκτυα-στόχο που
προωθούνται στο πλαίσιο
του πρόσφατου πακέτου
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
για τις ενεργειακές
υποδομές.
|