|
Το
παράδοξο αυτό βρίσκεται
πλέον στο επίκεντρο της
οικονομικής συζήτησης.
Σε μια τυπική φάση
ανάκαμψης, η άνοδος του
ΑΕΠ οδηγεί πρώτα σε
αύξηση της απασχόλησης,
στη συνέχεια σε
υψηλότερους μισθούς και
τελικά σε ενίσχυση της
κατανάλωσης. Στην
παρούσα συγκυρία, η
αλληλουχία αυτή φαίνεται
να έχει αντιστραφεί: οι
καταναλωτικές δαπάνες
αυξάνονται, χωρίς να
προηγείται ουσιαστική
βελτίωση στην απασχόληση
ή στο πραγματικό
εισόδημα των
νοικοκυριών, τα οποία
συνεχίζουν να πιέζονται
από τον πληθωρισμό.
Όπως
επισημαίνει η επικεφαλής
οικονομολόγος της KPMG,
Diane Swonk, σε δηλώσεις
της στο Fortune,
πρόκειται για μια
κατάσταση που σπανίως
έχει παρατηρηθεί στο
παρελθόν. Η οικονομία
λειτουργεί σε περιβάλλον
ταυτόχρονης ανεργίας και
πληθωρισμού, χωρίς όμως
τη συνήθη στήριξη από
την εισοδηματική
ανάπτυξη. Κατά την ίδια,
το μοντέλο αυτό δεν
μπορεί να διατηρηθεί
μακροπρόθεσμα.
Η πρώτη
πτυχή της αντίφασης
σχετίζεται με τη
συμπεριφορά των
νοικοκυριών. Το
πραγματικό διαθέσιμο
εισόδημα παρέμεινε
ουσιαστικά αμετάβλητο το
τρίτο τρίμηνο, γεγονός
που σημαίνει ότι η
αγοραστική δύναμη δεν
ενισχύθηκε. Παρ’ όλα
αυτά, οι καταναλωτές
συνέχισαν να δαπανούν,
αξιοποιώντας
αποταμιεύσεις, πιστωτικά
μέσα ή απορροφώντας
αυξήσεις κόστους που
δύσκολα μπορούν να
αποφύγουν.
Η
ανάλυση των συνιστωσών
του ΑΕΠ δείχνει ότι
μεγάλο μέρος αυτής της
πίεσης προέρχεται από
τον τομέα των υπηρεσιών
και ειδικότερα από την
υγειονομική περίθαλψη.
Σύμφωνα με τη Swonk, οι
σχετικές δαπάνες
ξεπέρασαν ακόμη και τα
επίπεδα της περιόδου
Omicron το 2022. Οι
αυξήσεις αφορούν τόσο
την εξωνοσοκομειακή
φροντίδα όσο και τα
νοσοκομεία και τις
μονάδες μακροχρόνιας
περίθαλψης ηλικιωμένων.
Παράγοντες όπως η
γήρανση του πληθυσμού,
οι υψηλότερες τιμές
ιατρικών υπηρεσιών και η
ευρεία διάδοση ακριβών
φαρμάκων απώλειας βάρους
τύπου GLP-1 συνεχίζουν
να ωθούν τις δαπάνες
ανοδικά, ακόμη και σε
πραγματικούς όρους.
Πρόκειται, επομένως, για
κατανάλωση αναγκαιότητας
και όχι για προαιρετικές
δαπάνες που αντανακλούν
αισιοδοξία. Όταν τα
νοικοκυριά ξοδεύουν
περισσότερα για υγεία,
ασφάλιση ή φροντίδα
παιδιών και ηλικιωμένων,
δεν εκφράζουν
εμπιστοσύνη στην
οικονομία, αλλά
προσαρμόζονται σε
αυξημένες και
αναπόφευκτες
υποχρεώσεις. Με τα
πραγματικά εισοδήματα
στάσιμα, η χρηματοδότηση
αυτών των δαπανών
γίνεται εις βάρος των
αποταμιεύσεων ή άλλων
μορφών κατανάλωσης.
Η Swonk
εκφράζει ανησυχία ότι η
προσωρινή βελτίωση της
ρευστότητας στις αρχές
του 2026, μέσω
φορολογικών επιστροφών
και αλλαγών στις
παρακρατήσεις, μπορεί να
δώσει μόνο πρόσκαιρη
ώθηση στην κατανάλωση,
χωρίς να αντιμετωπίζει
τη βασική αδυναμία της
αγοράς εργασίας. Σε ένα
περιβάλλον επίμονου
πληθωρισμού στις
υπηρεσίες, μια τέτοια
τόνωση ενδέχεται να
επιτείνει, αντί να
περιορίσει, τις
πληθωριστικές πιέσεις.
Η
δεύτερη διάσταση του
προβλήματος αφορά τη
δομή της ίδιας της
ανάπτυξης. Η αμερικανική
οικονομία εμφανίζει
πλέον χαρακτηριστικά
«Κ-σχήματος». Στο
ανώτερο τμήμα, τα
υψηλότερα εισοδηματικά
στρώματα και οι κάτοχοι
περιουσιακών στοιχείων
διατηρούν ισχυρή
αγοραστική δύναμη,
επωφελούμενοι από τις
υψηλές αποτιμήσεις στις
αγορές μετοχών και
ακινήτων, καθώς και από
την αύξηση των εταιρικών
κερδών.
Στον
αντίποδα, τα νοικοκυριά
χαμηλού και μεσαίου
εισοδήματος περιορίζουν
την κατανάλωσή τους υπό
το βάρος της «κρίσης
προσιτότητας», καθώς οι
δαπάνες τους
καθορίζονται από ανάγκη
και όχι από επιλογή.
Παρά την αύξηση των
εταιρικών κερδών, οι
επενδύσεις υποχώρησαν,
κυρίως λόγω της
απομείωσης αποθεμάτων,
καθώς οι επιχειρήσεις
εκκαθαρίζουν τα
αποθέματα της περιόδου
της πανδημίας. Οι
εταιρείες εμφανίζονται
επιφυλακτικές,
αποφεύγοντας τόσο τις
μεγάλες επεκτάσεις όσο
και τις μαζικές
προσλήψεις.
Όπως
σημειώνει η Swonk,
πολλές επιχειρήσεις
μαθαίνουν να αυξάνουν
την παραγωγή τους με
λιγότερο προσωπικό, όχι
απαραίτητα λόγω της
τεχνητής νοημοσύνης,
αλλά εξαιτίας της
απροθυμίας για νέες
προσλήψεις. Αυτή η
αποσύνδεση μεταξύ
ανάπτυξης και
απασχόλησης καθιστά το
σημερινό μοντέλο
ιδιαίτερα ευάλωτο. Αν οι
αγορές διορθώσουν, η
κατανάλωση που βασίζεται
στον πλούτο μπορεί να
υποχωρήσει απότομα,
οδηγώντας σε ταχεία
επιβράδυνση της ζήτησης.
«Όταν η
ανάπτυξη παύει να
στηρίζεται στην
απασχόληση,
δημιουργείται ένα σοβαρό
διαρθρωτικό πρόβλημα»,
καταλήγει η Swonk,
υπογραμμίζοντας ότι όλα
αυτά συμβαίνουν πριν
ακόμη γίνουν πλήρως
αισθητές οι επιπτώσεις
της τεχνητής νοημοσύνης
στην αγορά εργασίας.
|