|
Όπως
επισημαίνουν
κυβερνητικοί κύκλοι,
κανένας δανειολήπτης δεν
υποχρεώνεται να
μεταβάλει το υφιστάμενο
δάνειό του. Όσοι
εκτιμούν ότι μελλοντικά
η ισοτιμία
ευρώ–ελβετικού φράγκου
μπορεί να κινηθεί υπέρ
του ευρώ, έχουν τη
δυνατότητα να
διατηρήσουν το δάνειο
στο ελβετικό νόμισμα,
επωφελούμενοι από τα
χαμηλά επιτόκια,
αναλαμβάνοντας όμως τον
συναλλαγματικό κίνδυνο.
Για τους
υπόλοιπους, ο νόμος
προβλέπει δύο σαφείς,
δεσμευτικές επιλογές,
τις οποίες οι τράπεζες
υποχρεούνται να
αποδεχθούν.
Πρώτη
επιλογή: Εξωδικαστικός
μηχανισμός
Η πρώτη
λύση αφορά μη ενήμερους
οφειλέτες και βασίζεται
στον Εξωδικαστικό
Μηχανισμό Ρύθμισης
Οφειλών (ν. 4738/2020).
Η πρόταση ρύθμισης που
προκύπτει μέσω του
αλγορίθμου του
μηχανισμού είναι
υποχρεωτική για τους
πιστωτές. Πρόκειται για
ειδική, ευνοϊκή πρόβλεψη
για τα δάνεια σε
ελβετικό φράγκο, καθώς
αντίστοιχες ρυθμίσεις
για δάνεια σε ευρώ
συνήθως απορρίπτονται
όταν περιλαμβάνουν
«κούρεμα» και πολλές
δόσεις.
Με την
αποδοχή της αίτησης, η
οφειλή μετατρέπεται σε
ευρώ με βάση την
τρέχουσα ισοτιμία
αναφοράς της ΕΚΤ και
εφαρμόζονται οι όροι
επιτοκίων και
αποπληρωμής του
εξωδικαστικού
μηχανισμού. Η διαδικασία
είναι πλήρως ψηφιακή,
χωρίς ανάγκη φυσικής
παρουσίας ή νέας
εγγραφής προσημείωσης.
Δεύτερη
επιλογή: Άμεση μετατροπή
με ευνοϊκούς όρους
Η
δεύτερη επιλογή
απευθύνεται σε ενήμερους
δανειολήπτες ή σε όσους
εξυπηρετούν υφιστάμενη
ρύθμιση. Προβλέπεται
μετατροπή του δανείου σε
ευρώ με βελτιωμένη
ισοτιμία, που
συνεπάγεται άμεση μείωση
του οφειλόμενου
κεφαλαίου.
Η
ελάφρυνση θα είναι
κλιμακωτή, από 15% έως
50%, ανάλογα με την
οικονομική και κοινωνική
κατάσταση του
δανειολήπτη. Ο
κοινωνικός χαρακτήρας
της ρύθμισης είναι
έντονος, καθώς οι
οικονομικά ασθενέστεροι
λαμβάνουν τη μεγαλύτερη
ανακούφιση.
Συγκεκριμένα,
προβλέπονται τέσσερις
κατηγορίες:
Κατηγορία 1 (μέγιστη
ελάφρυνση):
Βελτίωση ισοτιμίας 50%
και σταθερό επιτόκιο
2,30% για νοικοκυριά με
χαμηλότερα εισοδήματα
και περιουσιακά
στοιχεία.
Κατηγορία 2 (ενισχυμένη
ελάφρυνση):
Βελτίωση ισοτιμίας 30%
και επιτόκιο 2,50% για
νοικοκυριά με ελαφρώς
υψηλότερη οικονομική
δυνατότητα.
Κατηγορία 3 (μέτρια
ελάφρυνση):
Βελτίωση ισοτιμίας 20%
και επιτόκιο 2,70%.
Κατηγορία 4 (βασική
ελάφρυνση):
Βελτίωση ισοτιμίας 15%
και επιτόκιο 2,90% για
όσους υπερβαίνουν τα
εισοδηματικά και
περιουσιακά όρια των
προηγούμενων κατηγοριών.
Παράλληλα, δίνεται η
δυνατότητα επιμήκυνσης
της αποπληρωμής έως και
πέντε επιπλέον έτη, ώστε
να μειωθεί περαιτέρω η
μηνιαία δόση και να
καταστεί η ρύθμιση
βιώσιμη για
περισσότερους οφειλέτες.
Ειδικές
πρόνοιες και
προϋποθέσεις
Για
δανειολήπτες που έχουν
ήδη επωφεληθεί από
προηγούμενο «κούρεμα», η
νέα ρύθμιση δεν
προστίθεται σωρευτικά.
Θα εφαρμόζεται στο
υπόλοιπο της οφειλής
πριν από την παλαιότερη
ρύθμιση, αφού αφαιρεθούν
οι ενδιάμεσες καταβολές
κεφαλαίου.
Βασική
προϋπόθεση είναι η
συνεπής τήρηση της
ρύθμισης μέχρι την πλήρη
εξόφληση. Σε περίπτωση
αθέτησης, η ρύθμιση
ακυρώνεται αναδρομικά
και η οφειλή καθίσταται
άμεσα απαιτητή στο
σύνολό της.
Ποιοι
καλύπτονται
Στην
Ελλάδα είχαν χορηγηθεί
περίπου 57.000 δάνεια σε
ελβετικό φράγκο,
συνολικού ύψους 14,1
δισ. CHF. Σήμερα,
περίπου 40.000 δάνεια
παραμένουν ενεργά ή υπό
διαχείριση από
servicers, με συνολικό
υπόλοιπο άνω των 5,5
δισ. CHF. Σε αυτά
ακριβώς στοχεύει η
ρύθμιση.
Η
μετατροπή μειώνει τόσο
το κεφάλαιο όσο και τη
δόση, ενώ εξασφαλίζει
χαμηλό και σταθερό
επιτόκιο έως τη λήξη,
σημαντικά ευνοϊκότερο
από τα σημερινά
στεγαστικά δάνεια.
Χωρίς
κόστος για το Δημόσιο
Το
συνολικό κόστος της
παρέμβασης εκτιμάται σε
περίπου 600 εκατ. ευρώ
και βαρύνει αποκλειστικά
τις τράπεζες. Η ρύθμιση
έχει σχεδιαστεί ώστε να
είναι δημοσιονομικά
ουδέτερη, ακόμη και για
τα δάνεια που έχουν
ενταχθεί στις
τιτλοποιήσεις του
προγράμματος «Ηρακλής»,
με κρατικές εγγυήσεις.
Αντιθέτως, η εξάλειψη
του συναλλαγματικού
κινδύνου ενισχύει τη
σταθερότητα των
ταμειακών ροών.
Νομικό
πλαίσιο και διεθνής
εμπειρία
Η
κυβερνητική παρέμβαση
έρχεται να καλύψει ένα
κοινωνικό κενό, καθώς το
ζήτημα έχει κριθεί
νομικά από τα ανώτατα
δικαστήρια σε Ελλάδα και
Ευρώπη. Ο Άρειος Πάγος,
το ΔΕΕ και το ΕΔΔΑ έχουν
επανειλημμένα
επιβεβαιώσει την
εγκυρότητα των
συμβάσεων.
Σε
αντίθεση με άλλες χώρες
– όπως η Ουγγαρία, η
Κροατία ή η Ρουμανία – η
ελληνική λύση αποφεύγει
οριζόντιες, αναδρομικές
παρεμβάσεις και υιοθετεί
ένα στοχευμένο,
ισορροπημένο μοντέλο.
Συνολικά, η ρύθμιση
επιχειρεί να ισορροπήσει
ανάμεσα στη νομική
ασφάλεια, την κοινωνική
ανάγκη και τη
δημοσιονομική
σταθερότητα,
προσφέροντας ρεαλιστική
διέξοδο σε ένα πρόβλημα
που παραμένει ανοιχτό
επί δεκαετίες.
|