|
Στην
πρώτη περίπτωση
αποφασίστηκε η ανάθεση
σε ειδικούς εκκαθαριστές
της ρευστοποίησης των
ακινήτων που δεν
αποτελούν κύρια κατοικία
οφειλετών ενταγμένων στο
καθεστώς προστασίας του
νόμου Κατσέλη, ο οποίος
καλύπτει αποκλειστικά
την πρώτη κατοικία. Στη
δεύτερη περίπτωση, η
πλατφόρμα του υπουργείου
Δικαιοσύνης, η οποία
αναμένεται να τεθεί σε
λειτουργία τον
Ιανουάριο, θα επιφέρει
εξορθολογισμό στις
εκκρεμείς ανακοπές,
μειώνοντας σημαντικά τον
χρόνο εκδίκασής τους.
Τα δύο
αυτά ζητήματα θεωρούνται
κομβικής σημασίας τόσο
για την ομαλή εξέλιξη
των ανακτήσεων από τις
τιτλοποιήσεις του
«Ηρακλή» όσο και για τη
θωράκιση των κρατικών
εγγυήσεων που έχουν
δοθεί. Στο ίδιο πλαίσιο,
και με στόχο την
επιτάχυνση των
μεταβιβάσεων, οι
servicers
έχουν εισηγηθεί να
επιτραπεί η μεταβίβαση
ακινήτων ακόμη και χωρίς
πλήρη ωρίμανση, με τον
αγοραστή να αποκτά τη
χρήση του ακινήτου και
να αναλαμβάνει ο ίδιος
την ολοκλήρωση των
διαδικασιών
νομιμοποίησης.
Αναφορικά με τα δύο
θέματα που βρίσκονται σε
τροχιά επίλυσης, βάσει
της προόδου που
καταγράφηκε στη χθεσινή
σύσκεψη στην Τράπεζα της
Ελλάδος, επισημαίνονται
τα εξής:
Στην
περίπτωση των
δευτερευουσών κατοικιών
οφειλετών του νόμου
Κατσέλη, έως σήμερα δεν
είχε εφαρμοστεί στην
πράξη η δικαστική
πρόβλεψη που όριζε ότι,
ενώ η κύρια κατοικία
προστατεύεται, τυχόν
δεύτερη ή τρίτη κατοικία
θα πρέπει να
ρευστοποιείται προς
αποπληρωμή του χρέους.
Οι δανειολήπτες που
υπήχθησαν στον νόμο
3869/2010 εξασφάλισαν
δικαστικές αποφάσεις με
χαμηλές μηνιαίες δόσεις,
ώστε να προστατεύσουν
την πρώτη κατοικία τους
από πλειστηριασμό.
Ωστόσο, σε περιπτώσεις
όπου διέθεταν και
πρόσθετα ακίνητα,
όφειλαν να τα
εκποιήσουν, κάτι που
συχνά δεν συνέβη.
Αντιθέτως, σε πολλές
περιπτώσεις οι οφειλέτες
εκμίσθωναν τις
δευτερεύουσες κατοικίες,
εισπράττοντας ενοίκια,
ενώ απολάμβαναν
προστασία για την κύρια
κατοικία τους.
Υπολογίζεται ότι περίπου
10.000 ακίνητα,
συνολικής αξίας 300
εκατ. ευρώ, εμπίπτουν σε
αυτήν την κατηγορία και
αφορούν δευτερεύουσες
κατοικίες που είτε
ιδιοχρησιμοποιούνται
είτε μισθώνονται από
τους προστατευόμενους
δανειολήπτες.
Σε ό,τι
αφορά την καταχρηστική
άσκηση ανακοπών στους
πλειστηριασμούς,
επισημαίνεται ότι
λειτουργεί αποτρεπτικά
για αγοραστές και
επενδυτές. Τυπικά, ένας
πλειστηριασμός μπορεί να
διενεργηθεί επτά μήνες
μετά την κατάσχεση –
στην πράξη συνήθως μετά
από οκτώ μήνες – ωστόσο
στο μεσοδιάστημα είναι
συνηθισμένο οι οφειλέτες
να καταθέτουν ανακοπές,
επιδιώκοντας την
αναστολή της
διαδικασίας. Έτσι, ένας
ενδιαφερόμενος τρίτος
που θέλει να αποκτήσει
ακίνητο μέσω
πλειστηριασμού, είτε με
ίδια κεφάλαια είτε μέσω
δανεισμού, δεν έχει τη
βεβαιότητα ότι θα
ολοκληρωθεί η αγορά, ενώ
ενδέχεται να απαιτηθεί
νέα διαδικασία
εκτέλεσης. Υπολογίζεται
ότι ποσοστό 15%-20% των
δανειοληπτών καταθέτει
ανακοπές, ενώ σήμερα
υπάρχουν δικάσιμοι
προγραμματισμένες ακόμη
και για το 2033. Την
ίδια στιγμή, το ποσοστό
των ανακοπών που τελικά
γίνονται δεκτές από τα
δικαστήρια δεν
υπερβαίνει το 1%-2%.
|