|
Ακολουθούν οι πέντε
βασικοί παράγοντες που
αναμένεται να καθορίσουν
την πορεία της
παγκόσμιας οικονομίας το
2026.
Τεχνητή
νοημοσύνη: Καταλύτης
ανάπτυξης ή εστία νέων
κινδύνων;
Έπειτα
από χρόνια υπερβολικών
προσδοκιών, η τεχνητή
νοημοσύνη αναμένεται να
διαδραματίσει κεντρικό
ρόλο στην παγκόσμια
οικονομία το 2026. Το
κρίσιμο ερώτημα είναι αν
οι τεράστιες επενδύσεις
σε κέντρα δεδομένων,
ψηφιακές υποδομές και
αυτοματισμούς θα
μεταφραστούν σε
ουσιαστικά κέρδη
παραγωγικότητας ή αν θα
επικρατήσει απογοήτευση,
λόγω του κινδύνου
δημιουργίας
χρηματιστηριακής φούσκας
στις ΗΠΑ, εξαιτίας των
υπερβολικών αποτιμήσεων
των εταιρειών
τεχνολογίας AI.
Σύμφωνα
με έρευνα της Deutsche
Bank σε θεσμικούς
επενδυτές, ο κίνδυνος
έκρηξης μιας
τεχνολογικής φούσκας
αποτελεί τη σοβαρότερη
απειλή για το 2026, με
το 57% των συμμετεχόντων
να τον κατατάσσουν
μεταξύ των τριών
κορυφαίων κινδύνων.
Όπως
τόνισε ο επικεφαλής
μακροοικονομικής
ανάλυσης της τράπεζας,
Jim Reid, «σπάνια ένας
μεμονωμένος κίνδυνος
ξεχωρίζει τόσο έντονα
στην αρχή μιας νέας
χρονιάς».
Παρά το
ενδεχόμενο θετικό
αποτύπωμα της τεχνητής
νοημοσύνης, οι
προβλέψεις συγκλίνουν σε
επιβράδυνση της
παγκόσμιας ανάπτυξης το
2026, κυρίως λόγω των
συνεπειών των δασμών
Τραμπ στο διεθνές
εμπόριο. Η κατανάλωση
παραμένει υπό πίεση,
μετά από χρόνια υψηλού
πληθωρισμού και
αυξημένου κόστους
δανεισμού.
Η Κίνα
αναμένεται να κινηθεί σε
χαμηλότερους ρυθμούς
ανάπτυξης, καθώς το
Πεκίνο δυσκολεύεται να
αναζωογονήσει τη
δραστηριότητα, ενώ οι
Ηνωμένες Πολιτείες
προβλέπεται να
πρωταγωνιστήσουν στη G7,
ακολουθούμενες από τον
Καναδά και τη Βρετανία.
Πληθωρισμός: Υποχώρηση
με επιφυλάξεις
Τα
νοικοκυριά βρέθηκαν
αντιμέτωπα με έντονη
άνοδο του κόστους ζωής
τα προηγούμενα χρόνια.
Για το 2026, οι
οικονομολόγοι εκτιμούν
αισθητή επιβράδυνση των
πληθωριστικών πιέσεων,
γεγονός που αναμένεται
να οδηγήσει σε σταδιακή
εξομάλυνση του
πληθωρισμού στις
ανεπτυγμένες οικονομίες.
Η
εξέλιξη αυτή ενδέχεται
να επιτρέψει στις
κεντρικές τράπεζες να
ολοκληρώσουν τον κύκλο
μειώσεων επιτοκίων,
χαλαρώνοντας έναν βασικό
περιορισμό για την
οικονομική
δραστηριότητα.
Στις
ΗΠΑ, η θητεία του
προέδρου της Federal
Reserve, Τζερόμ Πάουελ,
ολοκληρώνεται τον Μάιο,
με τις αγορές να
παρακολουθούν στενά αν ο
διάδοχός του θα
προχωρήσει σε πιο
επιθετική χαλάρωση της
νομισματικής πολιτικής,
υπό την πίεση του
Ντόναλντ Τραμπ. Οι
ανησυχίες για πολιτικές
παρεμβάσεις στη Fed
ενδέχεται να ενισχύσουν
τη μεταβλητότητα στις
αγορές.
Η
Βρετανία κινδυνεύει να
ξεχωρίσει αρνητικά,
καθώς το ΔΝΤ είχε
προβλέψει ότι θα
εμφανίσει τον υψηλότερο
πληθωρισμό στη G7, αν
και οι εκτιμήσεις αυτές
προηγήθηκαν του
τελευταίου
προϋπολογισμού. Στην
Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός
βρίσκεται ήδη κοντά στον
στόχο του 2%,
περιορίζοντας τα
περιθώρια περαιτέρω
παρεμβάσεων από την ΕΚΤ.
Παρά τη
βελτίωση, οι
οικονομολόγοι παραμένουν
επιφυλακτικοί,
προειδοποιώντας για τον
κίνδυνο νέων
πληθωριστικών σοκ που θα
μπορούσαν να ανακόψουν
τη χαλάρωση της
νομισματικής πολιτικής.
Εμπόριο:
Διαρκής αβεβαιότητα
Μετά το
αρχικό σοκ από τις
ανακοινώσεις των δασμών
Τραμπ, οι εμπορικές
εντάσεις έχουν μεν
αποκλιμακωθεί, ωστόσο τα
επίπεδα των αμερικανικών
δασμών παραμένουν
αισθητά υψηλότερα σε
σύγκριση με το παρελθόν.
Η αβεβαιότητα γύρω από
την εμπορική πολιτική
εξακολουθεί να βαραίνει
τις προοπτικές.
Οι
γεωπολιτικές εντάσεις
εκτιμάται ότι θα
επιταχύνουν τον
κατακερματισμό του
παγκόσμιου εμπορίου,
ωθώντας τις επιχειρήσεις
σε μεγαλύτερη
διαφοροποίηση των
αλυσίδων εφοδιασμού και
σε στρατηγικές
near-shoring.
Σε βάθος
χρόνου, οι δασμοί
αναμένεται να
περιορίσουν τους
εμπορικούς όγκους, να
αυξήσουν το κόστος των
εφοδιαστικών αλυσίδων
και να επιβαρύνουν την
παγκόσμια ανάπτυξη.
Δημοσιονομικές πιέσεις
και αγορές ομολόγων
Το 2025,
πολλές ανεπτυγμένες
οικονομίες βρέθηκαν
αντιμέτωπες με αυξημένο
κόστος δανεισμού, ιδίως
όσες διαθέτουν υψηλό
δημόσιο χρέος και
ασθενείς αναπτυξιακές
προοπτικές.
Οι
λεγόμενοι «bond
vigilantes»
επικεντρώθηκαν κυρίως
στις Ηνωμένες Πολιτείες,
τη Βρετανία και τη
Γαλλία, με τις αγορές να
αντιδρούν έντονα στις
δημοσιονομικές εξελίξεις
και στα πολιτικά
αδιέξοδα.
Οι
αναλυτές προειδοποιούν
ότι οι δημοσιονομικές
ευπάθειες θα
εξακολουθήσουν να
αποτελούν πηγή ανησυχίας
και το 2026, καθώς οι
κυβερνήσεις καλούνται να
ισορροπήσουν μεταξύ της
ανάγκης στήριξης της
ανάπτυξης και της
αύξησης των αμυντικών
δαπανών.
Αγορά
εργασίας και ανεργία
Σε ένα
περιβάλλον αυξημένης
αβεβαιότητας, η ζήτηση
για νέες προσλήψεις
υποχώρησε το 2025,
οδηγώντας σε άνοδο των
ποσοστών ανεργίας στις
ΗΠΑ και τη Βρετανία. Οι
οικονομολόγοι
προειδοποιούν ότι
περαιτέρω επιδείνωση της
αγοράς εργασίας αποτελεί
βασικό κίνδυνο για το
2026.
Οι
φορολογικές επιλογές, η
αβεβαιότητα για τις
επιχειρήσεις και η
σταδιακή ενσωμάτωση της
τεχνητής νοημοσύνης
αναμένεται να επηρεάσουν
την απασχόληση. Μέχρι
στιγμής δεν υπάρχουν
ενδείξεις μαζικών
απωλειών θέσεων εργασίας
λόγω AI, ωστόσο οι
επενδύσεις
επιταχύνονται, ενώ η
ανεργία των νέων –ιδίως
στη Βρετανία– προκαλεί
πολιτικό προβληματισμό.
Στη
Βρετανία, το ποσοστό
ανεργίας έχει φθάσει το
5,1%, το υψηλότερο
επίπεδο σχεδόν δεκαετίας
εκτός της περιόδου της
πανδημίας, ενώ στις ΗΠΑ
αγγίζει το 4,6%, υψηλό
τετραετίας.
Παρά τις
πιέσεις στην αγορά
εργασίας, οι μισθοί
αναμένεται να
παραμείνουν σχετικά
ανθεκτικοί, στηρίζοντας
τα εισοδήματα των
νοικοκυριών, αλλά
ταυτόχρονα διατηρώντας
ζωντανές τις ανησυχίες
των κεντρικών τραπεζών
για την επανεμφάνιση
πληθωριστικών πιέσεων.
Πηγή:
Guardian
|