|
Παράλληλα, εκτιμάται ότι
θα ολοκληρωθεί και η
πώληση δεύτερου
χαρτοφυλακίου με την
ονομασία «Giza»,
αξίας περίπου 230 εκατ.
ευρώ, το οποίο αφορά
στεγαστικά δάνεια.
Πρόκειται για δάνεια που
είχαν μεταβιβαστεί όταν
ήταν μη εξυπηρετούμενα
και τα οποία στο μεταξύ
έχουν «θεραπευθεί»,
θεωρούμενα πλέον
ενήμερα.
Η
μεταβίβαση του
χαρτοφυλακίου «Giza»
σε τρίτο επενδυτή
ανοίγει τον δρόμο και
για την επιστροφή των
συγκεκριμένων δανείων
στις τράπεζες, που
αποτελεί τον τελικό
στόχο. Προς το παρόν, η
επαναγορά τους από τις
τράπεζες συναντά τα
αυστηρά εποπτικά
κριτήρια του
SSM
και της
EBA,
σύμφωνα με τα οποία μια
τράπεζα δεν μπορεί να
αποκτήσει εκ νέου δάνεια
που έχει η ίδια πωλήσει
στο πλαίσιο
τιτλοποίησης. Επιπλέον,
βασική προϋπόθεση των
εποπτικών αρχών είναι τα
δάνεια να εξυπηρετούνται
κανονικά για τουλάχιστον
τρία έτη και να
χαρακτηρίζονται πλήρως
βιώσιμα, όρος που
εξετάζεται ξεχωριστά για
κάθε περίπτωση.
Με τη
μεταβίβαση των δανείων
σε τρίτους επενδυτές, οι
περιορισμοί αυτοί
ουσιαστικά χαλαρώνουν,
επιτρέποντας στις
τράπεζες να προχωρήσουν
σταδιακά στην επαναγορά
τους από τον νέο κάτοχο.
Ενδεικτική της σημασίας
που αποδίδουν οι
τράπεζες στην επιστροφή
αυτών των δανείων είναι
ανάλυση της Εθνικής
Τράπεζας, σύμφωνα με την
οποία δάνεια ύψους έως
40 δισ. ευρώ που σήμερα
βρίσκονται σε
funds
θα μπορούσαν τα επόμενα
χρόνια να επανέλθουν
σταδιακά στην αγορά,
είτε ως «θεραπευμένα»
είτε ως βάση για νέες
χρηματοδοτήσεις,
συμβάλλοντας στην
ενίσχυση της πιστωτικής
επέκτασης.
Ωστόσο,
οι διαδικασίες
επαναφοράς των
«θεραπευμένων» δανείων
στις τράπεζες δεν έχουν
ακόμη ωριμάσει, καθώς οι
εποπτικές αρχές
εμφανίζονται
επιφυλακτικές ως προς τη
μελλοντική συμπεριφορά
τους και τον κίνδυνο
αύξησης των
προβληματικών
χαρτοφυλακίων στο
ελληνικό τραπεζικό
σύστημα.
Σε ό,τι
αφορά την πορεία των
τιτλοποιήσεων του
«Ηρακλή», οι εταιρείες
διαχείρισης αποδίδουν
την υστέρηση των
επιχειρηματικών σχεδίων
στους αργούς ρυθμούς
διενέργειας
πλειστηριασμών, οι
οποίοι επιβαρύνονται
περαιτέρω από το κύμα
ανακοπών που καταθέτουν
οι οφειλέτες.
Το
ζήτημα των ανακοπών
στους πλειστηριασμούς
ακινήτων θεωρείται
κομβικό για την
ολοκλήρωση της
διαδικασίας. Σήμερα, σε
ορισμένες περιπτώσεις,
οι δικάσιμοι για
ανακοπές προσδιορίζονται
ακόμη και για το 2036,
με αποτέλεσμα ακίνητα
που θα μπορούσαν να
διατεθούν στην αγορά να
παραμένουν εγκλωβισμένα
σε μακροχρόνιες
δικαστικές εκκρεμότητες
και, κατ’ επέκταση, τα
έσοδα από τις
τιτλοποιήσεις να
υπολείπονται των
προβλεπόμενων στόχων.
Σύμφωνα
με τους πιστωτές, δηλαδή
κυρίως τις τράπεζες και
τις εταιρείες
διαχείρισης μη
εξυπηρετούμενων δανείων,
η ταχεία εκκαθάριση της
νομικής κατάστασης των
ακινήτων θα επιταχύνει
την πώλησή τους,
διαμορφώνοντας ένα
ασφαλές περιβάλλον τόσο
για τον υπερθεματιστή
όσο και για τον
δανειστή, ο οποίος
αναμένει την ολοκλήρωση
του πλειστηριασμού για
να εισπράξει τα έσοδα
από τη ρευστοποίηση.
Το
Υπουργείο Δικαιοσύνης
στοχεύει στην εκδίκαση,
εντός τριετίας, όλων των
εκκρεμών ανακοπών που
καθυστερούν τους
πλειστηριασμούς, μέσω
της υποχρεωτικής
διαδικασίας
επαναπροσδιορισμού τους.
Ο επαναπροσδιορισμός των
ανακοπών με δικάσιμο
μετά την 1η Ιανουαρίου
2026 θα πραγματοποιηθεί
ηλεκτρονικά, μέσω
ειδικής πλατφόρμας, όπου
οι ενδιαφερόμενοι θα
κληθούν να
επικαιροποιήσουν την
αίτησή τους ώστε να
οριστεί νέα ημερομηνία
εκδίκασης.
Η
ηλεκτρονική αυτή
διαδικασία θα επιτρέψει
και την ομαδοποίηση των
ανακοπών που αφορούν τον
ίδιο πλειστηριασμό,
περιορίζοντας τη
διάρκεια των διαδικασιών
και απλουστεύοντας την
εκδίκασή τους. Η
πλατφόρμα αναμένεται να
δημιουργηθεί εντός του
2026 και θα λειτουργήσει
κατά το πρότυπο εκείνης
που εφαρμόστηκε για τον
νόμο Κατσέλη. Οι
ενδιαφερόμενοι θα
υποβάλουν εκ νέου τις
αιτήσεις ανακοπής, οι
οποίες στη συνέχεια θα
κατανέμονται σε
συγκεκριμένες
δικασίμους, με στόχο την
πλήρη εκκαθάριση όλων
των υποθέσεων μέσα στην
επόμενη τριετία.
|