|
Με απλά
λόγια, όποιος κατέβαλλε
ένα ευρώ για την
αποπληρωμή της δόσης
του, «έσβηνε» 1,5 ή και
1,6 ελβετικά φράγκα
χρέους. Ο δανειολήπτης
επωφελείτο έτσι διπλά:
τόσο από το χαμηλό
επιτόκιο όσο και από την
ευνοϊκή ισοτιμία.
Στην
πράξη, αυτό σήμαινε ότι
ένα στεγαστικό δάνειο σε
ελβετικό φράγκο είχε
επιτόκιο περίπου στο
μισό σε σχέση με ένα
αντίστοιχο δάνειο σε
ευρώ και έτσι οι
μηνιαίες δόσεις ήταν
αισθητά χαμηλότερες.
Αυτό εξηγεί γιατί
χιλιάδες νοικοκυριά
επέλεξαν τη συγκεκριμένη
λύση, συχνά χωρίς να
αντιληφθούν πλήρως τον
συναλλαγματικό κίνδυνο
που αναλάμβαναν.
Η εικόνα
αυτή άρχισε να αλλάζει
σταδιακά μετά το
ξέσπασμα της διεθνούς
χρηματοπιστωτικής
κρίσης. Το ελβετικό
φράγκο, λειτουργώντας
ακριβώς ως «ασφαλές
καταφύγιο», άρχισε να
ανατιμάται σταθερά
έναντι του ευρώ.
Σήμερα,
με το ένα ευρώ να
αντιστοιχεί σε 0,94
ελβετικά φράγκα,
σημαίνει ότι ο
δανειολήπτης δίνοντας
ένα ευρώ «σβήνει» μόλις
0,94 ελβετικά φράγκα
χρέους. Αρα το όφελος
της ισοτιμίας έχει
εξαφανιστεί και έχει
μετατραπεί σε
επιβάρυνση. Για να γίνει
κατανοητό το μέγεθος του
προβλήματος, αρκεί ένα
ενδεικτικό παράδειγμα
στεγαστικού δανείου
100.000 ευρώ που
χορηγήθηκε το 2004, με
διάρκεια αποπληρωμής 30
ετών. Εάν το δάνειο αυτό
ήταν σε ευρώ θα είχε
επιτόκιο 4,5%, ενώ σε
ελβετικό φράγκο το
επιτόκιο ήταν περίπου το
μισό, δηλαδή 2,25%. Το
δάνειο των 100.000 ευρώ
αντιστοιχούσε σε 160.000
ελβετικά φράγκα. Η
μηνιαία δόση στο δάνειο
ευρώ διαμορφωνόταν
περίπου στα 507 ευρώ,
ενώ στο δάνειο ελβετικού
φράγκου στα 612 ελβετικά
φράγκα, δηλαδή σε
περίπου 382 ευρώ με την
τότε ισοτιμία. Ο
δανειολήπτης σε ελβετικό
φράγκο πλήρωνε περίπου
125 ευρώ λιγότερα τον
μήνα. Επειτα από περίπου
21 χρόνια αποπληρωμής
–δηλαδή σήμερα– το
υπόλοιπο ενός τέτοιου
δανείου σε ευρώ θα είχε
μειωθεί σε περίπου
45.000 ευρώ. Στην
περίπτωση του ελβετικού
φράγκου, το υπόλοιπο θα
ήταν περίπου 60.000
ελβετικά φράγκα. Ομως,
με τη σημερινή ισοτιμία,
το ποσό αυτό αντιστοιχεί
σε περίπου 64.000 ευρώ.
Με άλλα
λόγια, ακόμη κι αν ο
δανειολήπτης έχει
πληρώσει κανονικά τις
δόσεις του επί δύο
δεκαετίες και έχει
επωφεληθεί από το
χαμηλότερο επιτόκιο, το
ανεξόφλητο κεφάλαιο που
«βλέπει» σήμερα σε ευρώ
είναι σημαντικά
υψηλότερο από εκείνο
ενός αντίστοιχου δανείου
σε ευρώ.
Το
όφελος από το χαμηλό
επιτόκιο εξακολουθεί να
υπάρχει, καθώς το βασικό
επιτόκιο της ελβετικής
κεντρικής τράπεζας είναι
σήμερα στο 0%, όταν το
euribor κινείται κοντά
στο 2%. Ωστόσο, η
ανατίμηση του ελβετικού
νομίσματος υπερκαλύπτει
στις περισσότερες
περιπτώσεις αυτό το
όφελος.
«Κούρεμα»
συναλλαγματικής
ισοτιμίας προβλέπει η
ρύθμιση
Ο
πυρήνας της ρύθμισης που
ψήφισε η κυβέρνηση είναι
το «κούρεμα» της
συναλλαγματικής
ισοτιμίας για τους
συνεπείς δανειολήπτες
και η δυνατότητα
μετατροπής του δανείου
από ελβετικό φράγκο σε
ευρώ. Το ποσοστό του
«κουρέματος» ξεκινάει
από 15% για όλους τους
συνεπείς οφειλέτες,
ανεξαρτήτως
εισοδηματικών και
περιουσιακών κριτηρίων,
και φτάνει έως και το
50% για όσους πληρούν
συγκεκριμένα αυστηρά
όρια.
Η πρώτη
κατηγορία προβλέπει
μετατροπή της οφειλής σε
ευρώ με ισοτιμία κατά
50% ευνοϊκότερη από την
τρέχουσα και σταθερό
επιτόκιο 2,30% για όλη
τη διάρκεια αποπληρωμής.
Αφορά νοικοκυριά με
χαμηλά εισοδήματα και
περιορισμένη περιουσία.
Τα εισοδηματικά όρια
ξεκινούν από 7.500 ευρώ
για μονοπρόσωπα
νοικοκυριά και φτάνουν
έως 22.000 ευρώ για
πολυμελή ή μονογονεϊκά
νοικοκυριά, ενώ η αξία
της ακίνητης περιουσίας
δεν μπορεί να υπερβαίνει
τις 185.000 ευρώ. Η
«ισοτιμία κατά 50%
ευνοϊκότερη από την
τρέχουσα» δεν σημαίνει
ότι η οφειλή μειώνεται
στο μισό, αλλά ότι ο
δανειολήπτης ανακτά το
50% της συναλλαγματικής
ζημίας που έχει υποστεί.
Ετσι, σε οφειλή 100.000
ελβετικών φράγκων, το
τελικό χρέος μειώνεται
από περίπου 106.400 ευρώ
σε περίπου 71.600 ευρώ,
δηλαδή «κουρεύεται» κατά
περίπου 33%.
Η
δεύτερη κατηγορία
προβλέπει «κούρεμα» της
ισοτιμίας κατά 30% και
σταθερό επιτόκιο 2,50%.
Τα εισοδηματικά όρια
είναι ελαφρώς υψηλότερα,
ενώ το ανώτατο όριο
ακίνητης περιουσίας
φτάνει στις 216.250
ευρώ. Στην περίπτωση
αυτή, η οφειλή των
100.000 ελβετικών
φράγκων, δηλαδή των
106.400 ευρώ, μειώνεται
σε 82.600 ευρώ, δηλαδή
«κουρεύεται» κατά
περίπου 23%. Η τρίτη
κατηγορία αφορά
δανειολήπτες με ακόμη
υψηλότερα εισοδηματικά
και περιουσιακά όρια και
προβλέπει «κούρεμα» 20%
στην ισοτιμία και
σταθερό επιτόκιο 2,70%.
Στο ίδιο παράδειγμα η
οφειλή μειώνεται σε
89.500 ευρώ και άρα το
«κούρεμα» είναι περίπου
17%.
Τέλος, η
τέταρτη κατηγορία αφορά
συνεπείς δανειολήπτες
χωρίς εισοδηματικά ή
περιουσιακά κριτήρια και
προβλέπει οριζόντιο
«κούρεμα» 15% στην
ισοτιμία και σταθερό
επιτόκιο 2,90%. Στην
κατηγορία αυτή η οφειλή
των 100.000 ελβετικών
φράγκων δηλαδή των
106.400 ευρώ, μειώνεται
σε 93.400 ευρώ και άρα
«κουρεύεται» κατά
περίπου 13%.
Με βάση
το ίδιο παράδειγμα των
100.000 ελβετικών
φράγκων (106.400 ευρώ),
η μηνιαία δόση των 994
ευρώ για το ίδιο ποσό
μειώνεται:
• Στα
672 ευρώ εφόσον κάποιος
πληροί τα κριτήρια της
1ης κατηγορίας (μείωση
κατά 32%).
• Στα
783 ευρώ εφόσον πληροί
τα κριτήρια της 2ης
κατηγορίας (μείωση κατά
21%).
• Στα
856 ευρώ εφόσον πληροί
τα κριτήρια της 3ης
κατηγορίας (μείωση κατά
14%).
• Στα
903 ευρώ εφόσον πληροί
τα κριτήρια της 4ης
κατηγορίας (μείωση κατά
9%).
Η
δυνατότητα μετατροπής
του νομίσματος ισχύει
για έξι μήνες από την
έναρξη ισχύος του νόμου
και συνοδεύεται από τη
δυνατότητα επιμήκυνσης
της διάρκειας
αποπληρωμής του χρέους
έως και πέντε χρόνια. Οι
οφειλές αυτές
ρυθμίζονται με χαμηλό
σταθερό επιτόκιο για όλη
την υπολειπόμενη
διάρκεια του δανείου,
εξασφαλίζοντας
σταθερότητα στη δόση και
ασφάλεια από μελλοντικές
αυξήσεις των επιτοκίων.
Με βάση τη ρύθμιση, οι
συνεπείς δανειολήπτες
διακρίνονται σε τέσσερις
κατηγορίες.
Σε
περιπτώσεις όπου έχει
προηγηθεί ρύθμιση με
μείωση της οφειλής, ο
ευνοϊκός υπολογισμός της
ισοτιμίας γίνεται με
βάση το ύψος της οφειλής
πριν από την τελευταία
ρύθμιση, αφαιρουμένων
των καταβολών κεφαλαίου
που έχουν
πραγματοποιηθεί έκτοτε.
Η ένταξη
στη ρύθμιση συνεπάγεται
την κατάργηση εκκρεμών
δικαστικών ενεργειών εκ
μέρους των δανειοληπτών
και την παύση ισχύος
προηγουμένων συμβάσεων
ρύθμισης. Σε περίπτωση
νέας καταγγελίας του
δανείου λόγω μη
εξυπηρέτησης, ο
οφειλέτης επιβαρύνεται
με το ποσό που θα
προέκυπτε αν η μετατροπή
είχε γίνει στην τρέχουσα
ισοτιμία.
Για
δανειολήπτες που έχουν
οφειλές σε καθυστέρηση,
η τροπολογία προβλέπει
ένταξη στον εξωδικαστικό
μηχανισμό, μετατροπή του
δανείου με βάση τη
σημερινή ισοτιμία και με
υποχρέωση των πιστωτών
να αποδεχθούν τη ρύθμιση
που προκύπτει από τον
αλγόριθμο. Τραπεζικές
εκτιμήσεις αναφέρουν ότι
πολύ λίγοι δανειολήπτες
θα πληρούν τα κριτήρια
για το μέγιστο «κούρεμα»
50%, καθώς το όριο
ακίνητης περιουσίας των
185.000 ευρώ λειτουργεί
ως ισχυρός κόφτης,
δεδομένων των τιμών
κατοικίας την περίοδο
χορήγησης των δανείων.
Αντίστοιχοι περιορισμοί
ισχύουν και για τις
εκπτώσεις 30% και 20%.
Επιπλέον, οι
δανειολήπτες που θα
ενταχθούν στη ρύθμιση θα
πρέπει να παραιτηθούν
από κάθε άλλο ένδικο
μέσο, γεγονός που
ενδεχομένως να
περιορίσει περαιτέρω τον
αριθμό όσων τελικά θα
επιλέξουν τη μετατροπή.
Η τροπολογία φιλοδοξεί
να προσφέρει μια διέξοδο
σε ένα χρόνιο πρόβλημα,
χωρίς όμως να εξαλείφει
όλες τις ενστάσεις και
τα αδιέξοδα που
συνοδεύουν τα δάνεια σε
ελβετικό φράγκο εδώ και
σχεδόν δύο δεκαετίες.
|