Οι
συγκεκριμένες έρευνες
αποτυπώνουν τόσο τις
οικονομικές συνθήκες
στις ΗΠΑ όσο και τη
μεταβολή της ψυχολογίας
των καταναλωτών σε
πραγματικό χρόνο,
αποτελώντας χρήσιμο
εργαλείο για οικονομικές
προβλέψεις. Ο δείκτης
κλίματος, τον οποίο
παρακολουθούν στενά
αναλυτές και
αξιωματούχοι, καταγράφει
τις εκτιμήσεις των
πολιτών για την τρέχουσα
κατάσταση και το μέλλον,
τόσο σε επίπεδο
προσωπικού
προϋπολογισμού όσο και
για τη συνολική
οικονομία.
Σύμφωνα
με τα στοιχεία, το 2025
ξεκίνησε με σχετικά
θετικές προσδοκίες, με
τον δείκτη να
διαμορφώνεται κοντά στο
70 τον Ιανουάριο (με
θεωρητικό ανώτατο όριο
τις 150,2 μονάδες).
Σχεδόν έναν χρόνο
αργότερα, ο δείκτης είχε
υποχωρήσει περίπου στο
53, παρουσιάζοντας
πάντως ήπια ανάκαμψη από
τις 51 μονάδες του
Νοεμβρίου, όταν το
shutdown είχε επιβαρύνει
το κλίμα.
Από τη
δεκαετία του 1950, όταν
ξεκίνησε η καταγραφή του
δείκτη, το ιστορικό
υψηλό των 112 μονάδων
σημειώθηκε το 2000, λίγο
πριν τη διάρρηξη της
φούσκας των dot.com και
τις επιθέσεις της 11ης
Σεπτεμβρίου. Αντίθετα,
το χαμηλότερο επίπεδο
καταγράφηκε τον Ιούνιο
του 2022, στις 50
μονάδες, σε μια περίοδο
έντονης ανόδου του
πληθωρισμού μετά τη
ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία.
Την
άνοιξη του 2025, ο
δείκτης υποχώρησε εκ
νέου κοντά σε αυτά τα
χαμηλά επίπεδα, έπειτα
από τις ανακοινώσεις του
προέδρου Donald Trump
για την επιβολή δασμών,
που προκάλεσαν
αναταράξεις στις αγορές
και φόβους αναζωπύρωσης
του πληθωρισμού.
Ακολούθησε μια προσωρινή
ανάκαμψη πάνω από τις 60
μονάδες στα μέσα του
έτους, ωστόσο το κλίμα
επιδεινώθηκε ξανά, καθώς
εντάθηκαν οι ανησυχίες
για τις προσλήψεις και
ανεστάλη εκ νέου η
λειτουργία της
ομοσπονδιακής
κυβέρνησης.
Η πτώση
της καταναλωτικής
εμπιστοσύνης δεν
συνεπάγεται απαραίτητα
συρρίκνωση της
κατανάλωσης ή
στασιμότητα της
οικονομίας. Τα στοιχεία
του λιανεμπορίου, ήδη
από τις αρχές
Δεκεμβρίου, έδειχναν ότι
η εορταστική περίοδος
αγορών θα ήταν ισχυρή,
ενώ οι επενδυτές στις
αγορές μετοχών διατηρούν
σαφώς πιο αισιόδοξη
στάση.
Ωστόσο,
τα νοικοκυριά με
χαμηλότερα εισοδήματα
περιορίζουν τις
καθημερινές τους αγορές
και επικεντρώνονται στα
απολύτως απαραίτητα, ενώ
τη στήριξη της
κατανάλωσης παρέχουν
κυρίως όσοι διαθέτουν
μεγαλύτερη οικονομική
άνεση. Παράλληλα, ο
ρυθμός αύξησης των
λιανικών πωλήσεων έχει
επιβραδυνθεί, λόγω των
ανησυχιών για τον
αντίκτυπο των δασμών
στις τιμές.
Η έρευνα
καταγράφει επίσης
έντονες διαφοροποιήσεις
ανάλογα με τον πολιτικό
προσανατολισμό. Οι
Ρεπουμπλικανοί δηλώνουν
σαφώς πιο αισιόδοξοι σε
σχέση με τους
Δημοκρατικούς και τους
ανεξάρτητους, ενώ την
περίοδο της προεδρίας
Biden συνέβαινε το
αντίστροφο.
Σε ό,τι
αφορά τον πληθωρισμό,
παρότι έχει υποχωρήσει
αισθητά από το υψηλό άνω
του 9% το 2022, οι
καταναλωτές εξακολουθούν
να δυσανασχετούν με τις
επίμονα αυξημένες τιμές.
Όπως σχολίασε στη WSJ ο
Bradley Saunders της
Capital Economics, «ο
πληθωρισμός δεν
αποκλιμακώθηκε με τον
ρυθμό που ανέμεναν τα
νοικοκυριά».
Παρά
ταύτα, οι προσδοκίες για
το 2026 εμφανίζονται
βελτιωμένες, με τους
συμμετέχοντες στην
έρευνα να εκτιμούν
πληθωρισμό 4,1%,
χαμηλότερα από το 4,5%
που προέβλεπαν λίγους
μήνες νωρίτερα.
Πρόκειται για τον
τέταρτο συνεχόμενο μήνα
υποχώρησης των
πληθωριστικών
προσδοκιών.
Πηγή: Wall Street
Journal