|
Σύμφωνα
με τις προβλέψεις της
Τράπεζας της Ελλάδος, ο
ρυθμός αύξησης του
πραγματικού ΑΕΠ
εκτιμάται ότι θα
διαμορφωθεί στο 2,1%
τόσο το 2025 όσο και το
2026, υπερβαίνοντας τον
αντίστοιχο ρυθμό της
ευρωζώνης. Όπως
σημειώνει, η κατανάλωση
θα συνεχίσει να στηρίζει
τη μεγέθυνση, με την
ιδιωτική κατανάλωση να
αυξάνεται περίπου κατά
2% το 2026.
Ιδιαίτερη βαρύτητα
αποδίδεται στις
επενδύσεις, οι οποίες
προβλέπεται να αυξηθούν
με ρυθμό άνω του 8,5%,
παρά το γεγονός ότι, με
τη λήξη της περιόδου του
Ταμείου Ανάκαμψης, η
δυναμική τους αναμένεται
να επιβραδυνθεί. Ο
διοικητής της ΤτΕ
επισημαίνει ότι οι
επενδύσεις και οι
μεταρρυθμίσεις που
συνδέονται με το NGEU θα
συνεχίσουν να παράγουν
δευτερογενή οφέλη και
μετά το 2026,
ενισχύοντας την
αναπτυξιακή πορεία της
χώρας σε μεσοπρόθεσμο
ορίζοντα. Παράλληλα, οι
εξαγωγές αγαθών και
υπηρεσιών εκτιμάται ότι
θα αυξάνονται με ρυθμό
κοντά στο 3%,
αντανακλώντας τη
βελτίωση της
ανταγωνιστικότητας.
Παρά τα
θετικά μακροοικονομικά
μεγέθη, ο κ. Στουρνάρας
επισημαίνει ότι η Ελλάδα
εξακολουθεί να εμφανίζει
υψηλή υποκειμενική
αίσθηση φτώχειας. Το
φαινόμενο αυτό
αποδίδεται κυρίως στον
πληθωρισμό και στη βαθιά
αποτύπωση που άφησε η
κρίση της προηγούμενης
δεκαετίας. Όπως
σημειώνει, το κόστος
ζωής – σε ενέργεια,
στέγαση, τρόφιμα και
υπηρεσίες – αυξήθηκε
ταχύτατα, με αποτέλεσμα
ακόμη και οι αυξήσεις
στους μισθούς να μην
επαρκούν για να
αντισταθμίσουν την πίεση
στα νοικοκυριά.
Παράλληλα, η εμπειρία
της περιόδου 2010-2012
έχει αφήσει μια διαρκή
ψυχολογική επιβάρυνση,
με την αβεβαιότητα και
την καχυποψία να
παραμένουν ισχυρές. Αν
και ο σχετικός δείκτης
έχει υποχωρήσει σε σχέση
με τα επίπεδα της
κρίσης, εξακολουθεί να
κινείται σε υψηλά
επίπεδα, γεγονός που
καθιστά αναγκαίες
στοχευμένες παρεμβάσεις
τόσο στο εισόδημα όσο
και στο κόστος ζωής.
Ο
διοικητής της ΤτΕ
ξεκαθαρίζει ότι η αύξηση
των μισθών μπορεί να
είναι βιώσιμη μόνο
εφόσον συνοδεύεται από
αντίστοιχη αύξηση της
παραγωγικότητας,
προειδοποιώντας ότι
διαφορετικά
δημιουργούνται
πληθωριστικές πιέσεις ή
κίνδυνοι για την
απασχόληση. Κεντρικό
ρόλο αποδίδει στις
επενδύσεις, στις
διαρθρωτικές
μεταρρυθμίσεις και στη
βελτίωση της παραγωγικής
βάσης της οικονομίας,
ενώ υπογραμμίζει την
ανάγκη μείωσης του
κόστους ζωής μέσω
πολιτικών στέγασης,
ενίσχυσης του
ανταγωνισμού και
αναβάθμισης των δημόσιων
υπηρεσιών.
Ειδική
αναφορά γίνεται στο
στεγαστικό, το οποίο
χαρακτηρίζεται ως
ευρωπαϊκό και όχι
αποκλειστικά ελληνικό
πρόβλημα, με μεγαλύτερη
ένταση στα μεγάλα αστικά
κέντρα. Τα υφιστάμενα
προγράμματα και οι
παρεμβάσεις κινούνται
προς τη σωστή
κατεύθυνση, ωστόσο δεν
επαρκούν από μόνα τους.
Ο κ. Στουρνάρας επιμένει
στη μείωση της
γραφειοκρατίας, στην
επιτάχυνση των
αδειοδοτήσεων, στη
σταθερότητα του νομικού
πλαισίου και στην
αξιοποίηση ανενεργών και
δημόσιων ακινήτων για
την ενίσχυση της
προσφοράς προσιτής
κατοικίας.
Αναφερόμενος στο
πολιτικό περιβάλλον,
τονίζει ότι η πολιτική
σταθερότητα αποτελεί
κρίσιμο παράγοντα για τη
διατήρηση της
επενδυτικής βαθμίδας και
της εμπιστοσύνης των
αγορών. Σε ένα διεθνές
περιβάλλον αυξημένης
αβεβαιότητας, τη
χαρακτηρίζει ως το
σημαντικότερο άυλο
κεφάλαιο μιας χώρας.
Για το
Ταμείο Ανάκαμψης,
σημειώνει ότι
λειτούργησε ως καταλύτης
πραγματικής σύγκλισης,
με την Ελλάδα να
συγκαταλέγεται στις
χώρες με την ταχύτερη
υλοποίηση. Η μετάβαση
στη μετα-NGEU εποχή δεν
συνεπάγεται έλλειψη
πόρων, αλλά στροφή σε
ένα πιο σύνθετο
χρηματοδοτικό σχήμα, που
περιλαμβάνει ενισχυμένο
Πρόγραμμα Δημοσίων
Επενδύσεων, νέα
ευρωπαϊκά ταμεία και ένα
ισχυρό ΕΣΠΑ. Το κρίσιμο
ζητούμενο, όπως τονίζει,
είναι τα οφέλη να
αποκτήσουν μόνιμο
χαρακτήρα.
Στο
τραπεζικό πεδίο, ο κ.
Στουρνάρας βλέπει θετικά
την ενίσχυση του
ανταγωνισμού, ιδίως μέσω
των μη συστημικών
τραπεζών, οι οποίες
στηρίζουν ουσιαστικά τις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις. Παράλληλα,
εμφανίζεται
καθησυχαστικός ως προς
τους κινδύνους
υπερσυγκέντρωσης στον
χρηματοπιστωτικό τομέα.
Τέλος,
σε ό,τι αφορά τη
νομισματική πολιτική,
υπενθυμίζει ότι οι
αποφάσεις της ΕΚΤ θα
συνεχίσουν να
λαμβάνονται με βάση τα
εκάστοτε δεδομένα, σε
ένα περιβάλλον αυξημένης
αβεβαιότητας, με βασικό
στόχο τη διασφάλιση της
σταθερότητας των τιμών
και την ισορροπία μεταξύ
ανάπτυξης και
πληθωρισμού.
|