|
Η
«βεντάλια» των
επιχειρηματικών
συμφωνιών της χρονιάς
που φεύγει αφορά πολλούς
κλάδους, από τα τρόφιμα
και την τεχνολογία μέχρι
τον χρηματοοικονομικό
κλάδο και την υγεία,
επιβεβαιώνοντας και στην
πράξη την επάνοδο της
Ελλάδας στην επενδυτική
βαθμίδα. Ακόμη δε και αν
δεν πρόκειται για την
εξαγορά με το μεγαλύτερο
τίμημα που καταγράφηκε
φέτος για επιχείρηση που
δραστηριοποιείται στην
Ελλάδα, η απόκτηση του
ελέγχου του ελληνικού
Χρηματιστηρίου από τη
Euronext
είναι η επιχειρηματική
συμφωνία με τον
μεγαλύτερο θετικό
συμβολισμό για το
εγχώριο επιχειρείν και
ταυτόχρονα ψήφος
εμπιστοσύνης –κλισέ,
αλλά εν προκειμένω
ισχύει– για την ελληνική
οικονομία.
Αλλωστε
η διατήρηση υψηλότερων
ρυθμών ανάπτυξης από τον
μέσο όρο της Ευρωζώνης,
η ύπαρξη πολιτικής
σταθερότητας σε αντίθεση
με ό,τι συμβαίνει στις
ισχυρές οικονομίες της
Ευρώπης αλλά και στις
«ανταγωνίστριες» χώρες
στα Βαλκάνια, και τα
κεφάλαια του Ταμείου
Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας αποτελούν
τους επιταχυντές και
ταυτόχρονα
πολλαπλασιαστές των
εξαγορών στην Ελλάδα.
Εξαγορές που πλέον σε
ελάχιστες περιπτώσεις
έχουν τον χαρακτήρα της
εξυγίανσης διά της
απόκτησης περιουσιακών
στοιχείων σε χαμηλή
αξία, όπως συνέβαινε τη
δεκαετία της κρίσης.
Πρόκειται κυρίως για
εξαγορές εταιρειών με
υψηλή αποτίμηση,
εταιρειών υγιών που
είναι ελκυστικές για τα
υψηλά μερίδια αγοράς
ή/και για τις ισχυρές
προοπτικές ανάπτυξης που
παρουσιάζουν αυτές
καθαυτές και ο κλάδος
στον οποίο
δραστηριοποιούνται.
Από
πλευράς ύψους τιμήματος
–και όχι μόνο– η
συμφωνία που ξεχωρίζει
για το 2025 είναι αυτή
της απόκτησης του 60%
του
Hellenic
Healthcare
Group
από τη
Pure
Health
Holding
που εδρεύει στο Αμπου
Ντάμπι έναντι 800 εκατ.
ευρώ. Με τη συμφωνία ο
αραβικός όμιλος αποκτά
τον έλεγχο 11
νοσοκομείων και 23
διαγνωστικών κέντρων σε
Ελλάδα και Κύπρο,
ενισχύοντας την παρουσία
του πέρα από τα στενά
όρια του Αμπου Ντάμπι.
Τα αραβικά κεφάλαια και
η ενσωμάτωση των νέων
τεχνολογιών και της
τεχνητής νοημοσύνης
αναμένεται να
αναβαθμίσουν τις
παρεχόμενες υπηρεσίες
υγείας, κάτι που
εξυπηρετεί ταυτόχρονα τα
εξής: πρώτον, την
ανερχόμενη παγκοσμίως
τάση των επενδύσεων στη
μακροβιότητα –αναγκαία
καθώς στον λεγόμενο
δυτικό κόσμο μειώνονται
οι γεννήσεις– και
δεύτερον, την επένδυση
σε παροχές για υψηλά
βαλάντια, όπως αυτά των
συνταξιούχων από τη
Βόρεια Ευρώπη που
επιλέγουν ολοένα και
περισσότερο την Ελλάδα
ως νέο τόπο μόνιμης
διαμονής τους. Στην ίδια
λογική και θέλοντας
ταυτόχρονα να ελέγχει
κομμάτι της αγοράς
υπηρεσιών υγείας και των
ασφαλίσεων υγείας η
Generali
προχώρησε στην εξαγορά
του ομίλου της
Ευρωκλινικής.
Μεταξύ
των
deals
με το
υψηλότερο τίμημα είναι
αυτό της εξαγοράς της
Εθνικής Ασφαλιστικής από
την Τράπεζα Πειραιώς
έναντι 600 εκατ. ευρώ,
σημαντικό και για το
γεγονός ότι θα
αποτελέσει θρυαλλίδα
εξελίξεων για τον
ασφαλιστικό κλάδο και το
2026. Αλλωστε και το
2025 ο κλάδος
χαρακτηρίστηκε από
έντονη κινητικότητα,
καθώς πέρα από την
πώληση της Εθνικής
Ασφαλιστικής από το
CVC
στην Τράπεζα Πειραιώς,
έγιναν άλλες 7
μικρότερες συναλλαγές,
μεταξύ αυτών και της
απόκτησης της
Mega
Brokers
(ασφαλιστική
διαμεσολάβηση) από την
αμερικανική
Acrisure.
Ευρύτερα στον
χρηματοοικονομικό τομέα
καταγράφηκαν και άλλες
κινήσεις εξαγορών με πιο
δραστήρια την
Alpha
Bank,
ως αγοραστή (π.χ.
Axia
Ventures,
FlexFin)
αλλά και ως πωλητή
(αύξηση συμμετοχής
UniCredit).
Η κατάταξη της Ελλάδας
στους δέκα μεγαλύτερους
τουριστικούς προορισμούς
προκαλεί κινητικότητα
στον ξενοδοχειακό κλάδο.
O
όμιλος
Sani/Ikos
απέκτησε έναντι 400
εκατ. ευρώ τρία
ξενοδοχεία στη Χαλκιδική
από την
Goldman
Sacks
Asset
Management,
ο εφοπλιστής Γιώργος
Προκοπίου πήρε και το
υπόλοιπο 67% του Αστέρα
Βουλιαγμένης, η
Brook
Lane
απέκτησε δύο ξενοδοχεία
στην Κω, ο όμιλος
Azora
απέκτησε το 50,1% των
Donkey
Hotels
της οικογένειας Ιωάννου.
Στον
συγγενικό κλάδο των
κατασκευών κεντρική θέση
στις συμφωνίες της
χρονιάς έχει η απόκτηση
από τον όμιλο
Aktor
της Ακτωρ Παραχωρήσεις
έναντι 194 εκατ. ευρώ.
Πληθώρα
εξαγορών (13-15),
μεγάλων και μικρών,
έγινε για μια ακόμη
χρονιά στον κλάδο των
τροφίμων, με πιο
εμβληματικές την
απόκτηση της
γαλακτοβιομηχανίας
«Δωδώνη» από τα
«Ελληνικά Γαλακτοκομεία»
με τίμημα κοντά στα 200
εκατ. ευρώ, την απόκτηση
της «Μπάρμπα Στάθης» από
την
Ideal
Holdings
έναντι 130 εκατ. ευρώ
και την πώληση της
«Νίκας» στην «Υφαντής»
με το τίμημα να
ανέρχεται κατά
πληροφορίες σε 50 εκατ.
ευρώ. Τα ελληνικά
επενδυτικά ταμεία (EOS,
Elikonos,
SMERC)
συνεχίζουν να επενδύουν
σε μικρές και μεσαίες
επιχειρήσεις τροφίμων,
ενώ ανάλογη πρακτική
ακολουθεί και το πιο
καινούργιο
Halkyon
Equity
Partners.
Πηγή:
Καθημερινή
|