|
Παρότι η
παρουσίαση του ChatGPT
είχε προκαλέσει αίσθηση
τρία χρόνια νωρίτερα, το
2025 ήταν η χρονιά που η
τεχνητή νοημοσύνη
σφράγισε ανεξίτηλα τις
εξελίξεις, με την ευρεία
πλέον χρήση του όρου
«ψυχρός πόλεμος της
τεχνητής νοημοσύνης».
Πρόκειται για έναν
χαρακτηρισμό που είχε
πρωτοεμφανιστεί το 2017,
όταν η Κίνα δημοσίευσε
το εθνικό της πρόγραμμα
ανάπτυξης της τεχνητής
νοημοσύνης, θέτοντας ως
στόχο την παγκόσμια
πρωτοκαθεδρία έως το
2030.
Ήδη από
τον Ιανουάριο του 2025,
η χρονιά έδωσε ένα ηχηρό
δείγμα της κλιμάκωσης
του ανταγωνισμού, με την
παρουσίαση ενός μοντέλου
τεχνητής νοημοσύνης από
την κινεζική DeepSeek,
το οποίο κρίθηκε
αντίστοιχο των
αμερικανικών κολοσσών,
αλλά με δραστικά
χαμηλότερο κόστος
ανάπτυξης. Το γεγονός
αυτό προκάλεσε σοκ στη
Silicon Valley και
οδήγησε αναλυτές να
μιλούν για το «Σπούτνικ
της τεχνητής
νοημοσύνης»,
παραλληλίζοντας την
εξέλιξη με τον
αιφνιδιασμό των ΗΠΑ το
1957 από τον σοβιετικό
δορυφόρο.
Καθώς η
χρονιά πλησίαζε στο
τέλος της, νέος θόρυβος
προκλήθηκε από δύο
κινεζικές εταιρείες
παραγωγής
μικροεπεξεργαστών
τεχνητής νοημοσύνης, τις
MetaX Integrated
Circuits και Moore
Threads, οι οποίες
κατέγραψαν εκρηκτικές
ανόδους κατά την πρώτη
ημέρα διαπραγμάτευσης
των μετοχών τους στη
Σαγκάη. Πολλοί εκτίμησαν
ότι η επιδίωξη
αυτάρκειας της Κίνας
στην τεχνητή νοημοσύνη
λειτουργεί ως καταλύτης
για την αναβάθμισή της
σε καθεστώς πλήρους
υπερδύναμης.
Κατά τη
διάρκεια του έτους
αποκαλύφθηκε ότι το
Πεκίνο στηρίζει, άμεσα ή
έμμεσα, περισσότερες από
5.000 εταιρείες τεχνητής
νοημοσύνης, με κρατικές
επενδύσεις που ξεπερνούν
τα 115 δισ. δολάρια, ενώ
οι συνολικές επενδύσεις
του ιδιωτικού τομέα
εκτιμώνται άνω των 200
δισ. δολαρίων. Η
κινητοποίηση αυτή
αποτελεί απάντηση στους
αυστηρούς περιορισμούς
που επέβαλε η Ουάσιγκτον
στις εξαγωγές προηγμένης
τεχνολογίας και
μικροεπεξεργαστών προς
την Κίνα, επιδιώκοντας
να διατηρήσει την
πρωτοκαθεδρία της σε
έναν τομέα που θεωρεί
στρατηγικό για την
παγκόσμια ισχύ.
Οι ΗΠΑ,
παρά τον κινεζικό
δυναμισμό, εξακολουθούν
να διατηρούν σαφές
προβάδισμα, με τις
ιδιωτικές επενδύσεις
στην τεχνητή νοημοσύνη
να είναι πολλαπλάσιες
εκείνων της Κίνας. Από
τις αρχές του 2025, ο
Ντόναλντ Τραμπ
ανακοίνωσε το πρόγραμμα
«Stargate», ύψους
τουλάχιστον 500 δισ.
δολαρίων, ενώ παράλληλα
ακύρωσε το ρυθμιστικό
πλαίσιο της προηγούμενης
κυβέρνησης, επιδιώκοντας
να επιταχύνει την
ανάπτυξη του κλάδου.
Η
Ευρώπη, την ίδια στιγμή,
βρίσκεται αντιμέτωπη με
τον κίνδυνο
περιθωριοποίησης. Παρότι
διαθέτει χιλιάδες
νεοφυείς επιχειρήσεις
και υψηλής κατάρτισης
ερευνητές, υστερεί σε
υπολογιστική ισχύ και
πλήττεται από το υψηλό
ενεργειακό κόστος. Σε
μια προσπάθεια να
ανακτήσει έδαφος, η
Κομισιόν παρουσίασε το
πρόγραμμα AI Champions
Initiative, με στόχο την
κινητοποίηση 200 δισ.
ευρώ και τη δημιουργία
13 υπερσύγχρονων μονάδων
τεχνητής νοημοσύνης.
Παράλληλα με τις
γεωπολιτικές εξελίξεις,
η τεχνητή νοημοσύνη
τροφοδότησε μια άνευ
προηγουμένου επενδυτική
έξαρση. Οι τεχνολογικοί
κολοσσοί των ΗΠΑ
επένδυσαν δεκάδες
δισεκατομμύρια σε κέντρα
δεδομένων, υπολογιστική
ισχύ και στρατηγικές
συνεργασίες, οδηγώντας
τον S&P 500 σε άνοδο 18%
μέσα στο 2025 και
εκτοξεύοντας τον πλούτο
των ισχυρότερων στελεχών
της τεχνολογίας.
Ωστόσο,
η ένταση των επενδύσεων
έχει γεννήσει έντονους
φόβους για τη δημιουργία
«φούσκας». Αναλυτές και
επενδυτές εκφράζουν
ανησυχία για τη
βιωσιμότητα των
αποδόσεων, ενώ ακόμη και
κορυφαία στελέχη του
κλάδου, όπως ο
επικεφαλής της Alphabet,
έχουν μιλήσει για
υπερβολή και κίνδυνο
γενικευμένων απωλειών σε
περίπτωση ανατροπής του
κλίματος.
Οι
αριθμοί αποτυπώνουν το
μέγεθος της φρενίτιδας:
μόνο μέσα σε ένα
τρίμηνο, Google, Meta
και Microsoft δαπάνησαν
σχεδόν 80 δισ. δολάρια,
ενώ οι προβλέψεις για τα
επόμενα έτη ανεβάζουν
τον πήχη ακόμη ψηλότερα.
Η τεχνητή νοημοσύνη
αναδεικνύεται έτσι όχι
μόνο σε τεχνολογικό
μοχλό αλλαγής, αλλά και
σε πεδίο υψηλού ρίσκου,
όπου η καινοτομία, η
ισχύς και η υπερβολή
συνυπάρχουν σε μια λεπτή
ισορροπία.
|