|
Η
μοναδική αυτή θέση
συνοδεύεται από
σημαντικούς κινδύνους,
ειδικά σε περίπτωση
ένοπλων συγκρούσεων. Η
εταιρεία θα μπορούσε να
αποκλειστεί από τη χώρα
είτε από τον Μαδούρο
είτε από τις ΗΠΑ, όπως
έχει συμβεί στο παρελθόν
με άλλες ξένες
πετρελαϊκές. Ωστόσο, και
οι δύο πλευρές θεωρούν
τη
Chevron
στρατηγικό σύμμαχο, και
μέχρι πρόσφατα δεν έχουν
κινηθεί για να
σταματήσουν τις
δραστηριότητές της.
Μέχρι
την Πέμπτη, η
Chevron
προετοίμαζε την εξαγωγή
1 εκατ. βαρελιών
βενεζουελάνικου αργού,
μία ημέρα μετά τις
δηλώσεις του Τραμπ που
χαρακτήριζαν την
κυβέρνηση της
Βενεζουέλας «ξένη
τρομοκρατική οργάνωση».
Η
Chevron
παράγει περίπου 200.000
βαρέλια την ημέρα μέσω
κοινοπραξιών με την
κρατική πετρελαϊκή
εταιρεία και εξάγει το
μερίδιό της σε
διυλιστήρια των ΗΠΑ στον
Κόλπο του Μεξικού.
Η
υπόλοιπη βενεζουελάνικη
πετρελαϊκή βιομηχανία
αντιμετωπίζει σοβαρές
δυσκολίες. Οι
αμερικανικές κυρώσεις
έχουν περιορίσει τις
εξαγωγές της
Petróleos
de
Venezuela
SA
στη νότια Καραϊβική, οι
οποίες γίνονταν συχνά
μέσω
«πλοίων-φαντασμάτων».
Επιπλέον,
κυβερνοεπιθέσεις και
διακοπές στις
αεροπορικές συνδέσεις
έχουν παρεμποδίσει
σημαντικά τις
λειτουργίες της χώρας.
Η
Chevron,
η οποία
δραστηριοποιείται στη
Βενεζουέλα από το 1923,
έχει εξασφαλίσει ειδικές
άδειες που της
επιτρέπουν να
παρακάμπτει τις
κυρώσεις, ενώ η
κυβέρνηση του Μαδούρο
συχνά την επαινεί και
θέλει να παραμείνει στη
χώρα για «άλλα 100
χρόνια». Πρόκειται για
μια μοναδική συμφωνία
που προκαλεί αντιδράσεις
τόσο στις ΗΠΑ όσο και
στη Βενεζουέλα. Στις
ΗΠΑ, ορισμένοι πολιτικοί
την κατηγορούν για
οικονομική ενίσχυση ενός
διεφθαρμένου καθεστώτος,
ενώ στην κυβέρνηση της
Βενεζουέλας τη βλέπουν
ως σύμβολο ξένης
επιρροής.
Η
Chevron
υποστηρίζει ότι η
παρουσία της
σταθεροποιεί την τοπική
οικονομία και ακολουθεί
όλες τις κυρώσεις και
νόμους των ΗΠΑ. Στελέχη
της εταιρείας θεωρούν
ότι η στρατηγική
παραμονής είναι η σωστή,
παρά την αυξημένη
δημόσια προσοχή και τους
κινδύνους. Όπως δήλωσε ο
διευθύνων σύμβουλος Μάικ
Γουίρθ, «ήμασταν εκεί
στις καλές και στις
κακές στιγμές, και
πρέπει να βλέπουμε
μακροπρόθεσμα τη
συμμετοχή μας σε χώρες
σαν κι αυτή».
Η
απόφαση της
Chevron
να παραμείνει στη
Βενεζουέλα έχει τις
ρίζες της στη δεκαετία
του 1990, όταν ο Ούγκο
Τσάβες πέρασε νόμους για
την εθνικοποίηση των
κοινοπραξιών με ξένες
εταιρείες. Ενώ η
ConocoPhillips
και η
Exxon
Mobil
αποχώρησαν, η
Chevron
επέλεξε να συνεργαστεί
με το καθεστώς και να
χτίσει σχέσεις. Η
στρατηγική απέδωσε,
ιδίως κατά την άνοδο των
τιμών του πετρελαίου από
τα 25 δολάρια το 1999
στο ιστορικό υψηλό των
146 δολαρίων το 2008.
Παρά τις
πολιτικές προκλήσεις υπό
Μαδούρο και τις κυρώσεις
από Τραμπ και Μπάιντεν,
η
Chevron
κατάφερε να διατηρήσει
την παραγωγή της,
μειώνοντας τις τιμές
βενζίνης στις ΗΠΑ και
ενισχύοντας τη
μακροπρόθεσμη στρατηγική
της. Όπως εξηγεί ο Μάικ
Γουίρθ, «δεν επιλέγουμε
πού βρίσκεται ο πόρος.
Αν φεύγαμε κάθε φορά που
είχαμε διαφωνία με μια
κυβέρνηση, θα φεύγαμε
από παντού».
|