|
Οι
τραπεζικές άμυνες
Οι τραπεζικές διοικήσεις
κλήθηκαν από νωρίς
λοιπόν να βρουν άμυνες
στην αναπόφευκτη
υποχώρηση του έντοκου
εισοδήματός τους από το
υφιστάμενο απόθεμα
χορηγήσεων, η
πλειονότητα του οποίου
αφορούσε σε προγράμματα
κυμαινόμενου επιτοκίου.
Το
αποτέλεσμα τις δικαίωσε,
καθώς σε ενοποιημένη
βάση πέτυχαν να αυξήσουν
την καθαρή τους
κερδοφορία κόντρα στις
πιέσεις που ασκήθηκαν
στα έσοδα από τόκους.
Τα
συγκεντρωτικά στοιχεία
που αφορούν στο
εννεάμηνο του 2025, τα
οποία δημοσιεύει η
Τράπεζα της Ελλάδος στην
Ενδιάμεση Έκθεση για τη
Νομισματική Πολιτική,
είναι αποκαλυπτικά για
το πώς τα κατάφεραν.
Σύμφωνα
με αυτά, το καθαρό
αποτέλεσμα διαμορφώθηκε
σε 3,58 δισ. ευρώ,
ενισχυμένο κατά 284
εκατ. ευρώ ή 8,6% σε
σχέση με την αντίστοιχη
περυσινή περίοδο.
Πρόκειται για
αξιοσημείωτη επίδοση,
μιας και η βασική πηγή
εσόδων των τραπεζών, οι
τόκοι, εμφάνισαν το ίδιο
διάστημα μείωση 971
εκατ. ευρώ ή 8% σε
ετήσια βάση.
Η πτώση
θα ήταν μεγαλύτερη εάν
δεν είχε καταγραφεί την
υπό εξέταση περίοδο
θετική πιστωτική
επέκταση, κυρίως μέσω
της επιχειρηματικής
πίστης και των δανείων
του RRF.
Πώς
καλύφθηκαν οι απώλειες
Οι
παραπάνω απώλειες
υπερκαλύφθηκαν με
χαρακτηριστική ευκολία.
Συγκεκριμένα:
– Τα
έξοδα για τόκους
μειώθηκαν κατά 1 δισ.
ευρώ ή 18% σε σχέση με
το εννεάμηνο του 2024.
Αυτό
κατέστη δυνατό κυρίως με
την μείωση των επιτοκίων
στις προθεσμιακές
καταθέσεις και την
αναχρηματοδότηση
χρεογράφων υψηλού
κόστους μέσω των αγορών.
–
Σημαντική ήταν η συμβολή
των εσόδων από μη
τοκοφόρες εργασίες.
Συγκεκριμένα, τα καθαρά
έσοδα από προμήθειες
ενισχύθηκαν κατά 204
εκατ. ευρώ ή 13,3%
ετησίως.
Αυτό
κατέστη δυνατό χάρη στη
θετική συμβολή των
εισπράξεων από τη
διαχείριση
χαρτοφυλακίου, τη
διάθεση ασφαλιστικών
προγραμμάτων και τις
νέες δανειοδοτήσεις.
Υπερκαλύφθηκαν επίσης οι
απώλειες στα έσοδα από
τις βασικές συναλλαγές
φυσικών προσώπων, για
τις οποίες υπήρξε
νομοθετική παρέμβαση που
μηδένισε ή μείωσε
δραστικά τις σχετικές
χρεώσεις.
–
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν
στο εννεάμηνο 2025 τα
έκτακτα έσοδα από
αναβαλλόμενο φόρο, τα
οποία προέκυψαν από την
απορρόφηση της Alpha
Υπηρεσιών και Συμμετοχών
από την Alpha Bank, στο
πλαίσιο του εταιρικού
μετασχηματισμού
(hive-down reversal),
καθώς και οι μικρότερες
απομειώσεις στοιχείων
ενεργητικού λόγω μη
επαναλαμβανόμενων
παραγόντων το αντίστοιχο
διάστημα του 2024.
Κέρδη
είχαν οι τράπεζες και
από τις θέσεις
αντιστάθμισης έναντι του
επιτοκιακού κινδύνου που
είχαν ανοίξει πριν ακόμη
ξεκινήσει η μείωση των
επιτοκίων της ΕΚΤ.
–
Ελεγχόμενη ήταν η
επιβάρυνση από την
αύξηση στις δαπάνες
λειτουργίας των
τραπεζών, η οποία εν
μέρει είναι αποτέλεσμα
των εξαγορών που
ολοκλήρωσαν εφέτος
ορισμένοι όμιλοι.
Συγκεκριμένα, τα
λειτουργικά έξοδα
αυξήθηκαν κατά 12,4% ή
367 εκατ. ευρώ, ενώ το
μισθολογικό κόστος κατά
190 εκατ. ευρώ ή 12,7%.
Ανοδικά
κατά 157 εκατ. ευρώ ή
16% κινήθηκαν τα
διοικητικά έξοδα.
– Μικρή
ήταν η μεταβολή των
εξόδων για τον πιστωτικό
κίνδυνο, παρ΄ ότι εφέτος
ορισμένες τράπεζες
αύξησαν τις προβλέψεις
τους ενόψει της
οριστικής διευθέτησης
υποθέσεων σχετικών με
κόκκινα ή ρυθμισμένα
δάνεια, αλλά και της
εξυγίανσης του 5ου πόλου
μετά τη συγχώνευση
Attica Bank – Παγκρήτιας
Τράπεζας.
Οι
συγκεκριμένες
επιβαρύνσεις έφτασαν
εφέτος στο 9μηνο τα 857
εκατ. ευρώ, οριακά
αυξημένες σε σχέση με
την αντίστοιχη περυσινή
περίοδο (+1,7%).
Πηγή:
Οικονομικός Ταχυδρόμος
|