|
Η άνθηση
Πράγματι, μέσα σε
σύντομο διάστημα τα
φυσικά πρόσωπα
ανακάλυψαν τις
δυνατότητες βελτίωσης
του βιοτικού τους
επιπέδου μέσω του
τραπεζικού δανεισμού.
Το 2003
κάθε μήνα εκταμιεύονταν
κατά μέσο όρο περίπου
740 εκατ. ευρώ. Κατά την
πενταετία που
ακολούθησε, η άνοδος των
σχετικών μεγεθών ήταν
συνεχής, με την
καταγραφή ιστορικού
υψηλού ως προς τις μέσες
μηνιαίες χορηγήσεις το
2007 λίγο πάνω από τα 2
δισ. ευρώ. Με τον τρόπο
αυτόν τα ανοίγματα των
τραπεζών προς ιδιώτες
από μόλις 24 δισ. ευρώ
στο τέλος του 2001
ξεπέρασαν τα 100 δισ.
ευρώ μέσα σε σύντομο
χρονικό διάστημα.
Οι
πρώτες αρρυθμίες στην
αγορά καταγράφηκαν το
2008, μετά το ξέσπασμα
της παγκόσμιας
χρηματοπιστωτικής
κρίσης, που χτύπησε
μακροοικονομικά και την
Ελλάδα. Ακολούθησαν, δύο
χρόνια αργότερα, η
χρεοκοπία του Ελληνικού
Δημοσίου και ο
αποκλεισμός της χώρας
από τις αγορές.
Οι
τράπεζες δεν είχαν πλέον
πρόσβαση σε φθηνό χρήμα,
οι ανάγκες τους σε νέα
κεφάλαια αυξήθηκαν
δραματικά, ενώ τα
κόκκινα δάνεια
ενισχύονταν συνεχώς υπό
το βάρος της ύφεσης,
αλλά και της εμφάνισης
μίας νέας γενιάς
οφειλετών. Των
στρατηγικών
κακοπληρωτών, όσων
δηλαδή, παρότι είχαν τη
δυνατότητα, σταμάτησαν
να εξυπηρετούν τα χρέη
τους.
Η
κατάρρευση
Υπό
αυτές τις συνθήκες η
μείωση των
χρηματοδοτήσεων ήταν
αναπόφευκτη, όπως και η
διαμόρφωση αρνητικών
ρυθμών πιστωτικής
μεταβολής.
Η
μηνιαία ακαθάριστη ροή
δανείων προς νοικοκυριά
μέσω στεγαστικών και
καταναλωτικών δανείων
υποχώρησε σταδιακά μέχρι
και 246 εκατ. ευρώ το
2014. Δεν έμελλε όμως να
είναι αυτός ο πάτος.
Η
κατάρρευση της
εμπιστοσύνης το 2015
πίεσε σε ακόμη πιο
χαμηλά επίπεδα τα
σχετικά μεγέθη, με το
αρνητικό ρεκόρ στην
εποχή του ευρώ να
σημειώνεται το 2016, με
μόλις 119 εκατ. ευρώ. Η
μείωση σε σχέση με το
ιστορικό υψηλό του 2007
έφθασε εκείνη τη χρονιά
το 95%. Εκτοτε η
κατάσταση έχει
βελτιωθεί.
Οι
τράπεζες εξυγιάνθηκαν,
επανήλθαν στις αγορές
και η χώρα επέστρεψε σε
αναπτυξιακή τροχιά.
Το 2024
οι χορηγήσεις προς
νοικοκυριά έφθασαν σε
μηνιαία βάση τα 264
εκατ. ευρώ κατά μέσο
όρο, ενώ φέτος στο
10μηνο τα 320 εκατ. ευρώ
περίπου. Ολα δείχνουν
πως το 2025 τα δάνεια
λιανικής θα καταγράψουν
άνοδο σε ετήσια βάση για
πρώτη φορά μετά από 15
χρόνια. Η απόσταση,
ωστόσο, από το υψηλό του
2007 παραμένει πολύ
μεγάλη, στο -84%, σε
επίπεδο εκταμιεύσεων.
Τα
εμπόδια
Αναμφίβολα, οι τράπεζες,
έχοντας πλεόνασμα
κεφαλαίων και
ρευστότητας, θέλουν να
αναπτύξουν τις εργασίες
τους στη λιανική
τραπεζική και προσφέρουν
ελκυστικά προϊόντα. Παρ’
όλα αυτά, η αγορά δεν
έχει αποκτήσει τη
δυναμική που θα ήθελαν
οι διοικήσεις τους.
Οι
κύριοι λόγοι είναι,
σύμφωνα με στελέχη από
τον κλάδο, οι εξής:
1.
Αυστηρότερα πιστοληπτικά
κριτήρια. Οι εποχές που
οι τράπεζες αξιολογούσαν
με χαλαρά κριτήρια,
κάποιες φορές μέχρι και
με κατ’ εκτίμηση
υπολογισμό των
εισοδημάτων των
ενδιαφερομένων ελέω
φοροδιαφυγής, έχουν
περάσει ανεπιστρεπτί. Οι
έλεγχοι πιστοληπτικής
ικανότητας γίνονται
πλέον με αυστηρούς
όρους, υπό το άγρυπνο
βλέμμα του επόπτη.
2.
Ωρίμαση κοινωνίας. Μετά
την περιπέτεια των
μνημονίων, οι Ελληνες
έχουν γίνει πιο
προσεκτικοί στην ανάληψη
νέων υποχρεώσεων, υπό
τον κίνδυνο της
υπερχρέωσης.
3.
Χαμηλά εισοδήματα. Τα
δηλωθέντα εισοδήματα,
παρά την άνοδό τους τα
τελευταία χρόνια, δεν
έχουν αυξηθεί με τους
ίδιους ρυθμούς σε σχέση
με τις τιμές των
ακινήτων. Ετσι, σε
πολλές περιπτώσεις,
παρότι η ανάγκη είναι
υπαρκτή, ο δανεισμός για
την απόκτηση στέγης δεν
είναι δυνατός.
4.
Κόκκινα δάνεια. Ακόμη
ένας μεγάλος αριθμός
δανειοληπτών θεωρείται
μη χρηματοδοτήσιμος,
καθώς βρέθηκε στο
κόκκινο στο παρελθόν και
δεν έχει ακόμη
ανακάμψει. Στο απόγειο
της κρίσης οι μισοί
οφειλέτες είχαν
κοκκινίσει.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ
(ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ
|