|
Ωστόσο,
σύμφωνα με την
καταγγελία, η πρακτική
που ακολουθεί η Ελληνική
Δημοκρατία στο ζήτημα
του repowering
«παραβιάζει ευθέως τις
υποχρεώσεις που
απορρέουν από το
ενωσιακό δίκαιο και τον
μηχανισμό REPowerEU».
Όπως υποστηρίζεται, το
ισχύον πλαίσιο όχι μόνο
δεν διευκολύνει τις
σχετικές επενδύσεις,
αλλά λειτουργεί
αποτρεπτικά, οδηγώντας
σε τεχνική απαξίωση
εγκατεστημένου δυναμικού
ΑΠΕ και σε καθυστερήσεις
στην επίτευξη των
εθνικών και ευρωπαϊκών
στόχων για το 2030.
Εκτός
ευρωπαϊκής πρακτικής η
Ελλάδα
Πηγές
της αγοράς επισημαίνουν
ότι στην υπόλοιπη
Ευρωπαϊκή Ένωση η
αντικατάσταση και ο
εκσυγχρονισμός του
εξοπλισμού ΑΠΕ όχι μόνο
δεν απαγορεύονται, αλλά
συχνά ενθαρρύνονται μέσω
κινήτρων για την
υιοθέτηση πιο
παραγωγικών τεχνολογιών.
Αντίθετα, στην Ελλάδα η
πρακτική αυτή έχει
ουσιαστικά
«ποινικοποιηθεί».
Συγκεκριμένα, η πλήρης
αντικατάσταση πάνελ και
inverter οδηγεί το
Υπουργείο Περιβάλλοντος
και Ενέργειας στην
απαίτηση υπογραφής νέας
σύμβασης σύνδεσης, με
αποτέλεσμα οι παραγωγοί
να χάνουν την
κατοχυρωμένη τιμή
αποζημίωσης. Το πρόβλημα
αυτό υφίσταται εδώ και
περίπου δύο χρόνια, από
τη θέσπιση της σχετικής
νομοθεσίας.
Όπως
τονίζουν οι ίδιες πηγές,
η συγκεκριμένη πολιτική
χαρακτηρίζεται «εντελώς
παράλογη», ιδίως αν
ληφθεί υπόψη ότι οι
inverter έχουν συνήθως
διάρκεια ζωής έως δέκα
έτη και απαιτούν
αντικατάσταση για λόγους
τεχνικής αξιοπιστίας.
Παρά τις επανειλημμένες
προειδοποιήσεις, μέχρι
σήμερα δεν έχει υπάρξει
ουσιαστική αντίδραση από
τις αρμόδιες αρχές, με
την αγορά να
προειδοποιεί ότι η
Ελλάδα κινδυνεύει να
υστερήσει σοβαρά στον
εκσυγχρονισμό των ΑΠΕ.
Βαρύ
πλήγμα στα υφιστάμενα
έργα
Σύμφωνα
με την καταγγελία, η
ελληνική νομοθεσία
αντιμετωπίζει το
repowering ως νέα
επένδυση και όχι ως
φυσική συνέχεια
υφιστάμενων έργων. Ως
αποτέλεσμα, επιβάλλεται
πλήρης επαναδειοδότηση
και αφαιρούνται από τους
παραγωγούς οι όροι
λειτουργικής ενίσχυσης
(ταρίφες FIT/FIP) που
ίσχυαν μέχρι σήμερα.
Η
προσέγγιση αυτή, όπως
τονίζεται, έρχεται σε
ευθεία σύγκρουση με το
ενωσιακό πλαίσιο και
ειδικότερα με τις
Οδηγίες RED II και RED
III, καθώς και με τον
μηχανισμό REPowerEU, οι
οποίες αναγνωρίζουν το
repowering ως βασικό
εργαλείο επιτάχυνσης της
ενεργειακής μετάβασης.
Ιδιαίτερη κριτική
ασκείται και στην
απουσία εξαιρέσεων σε
περιπτώσεις ανωτέρας
βίας. Παραγωγοί των
οποίων οι σταθμοί
καταστράφηκαν ολοσχερώς
από φυσικές καταστροφές
– όπως ο κυκλώνας
«Daniel» στη Θεσσαλία το
2023 – δεν μπορούν να
αποκαταστήσουν τις
μονάδες τους χωρίς να
απωλέσουν την υφιστάμενη
ταρίφα, γεγονός που
χαρακτηρίζεται
δυσανάλογο και άδικο.
Όπως
αναφέρεται στην επιστολή
προς την Κομισιόν, το
ισχύον καθεστώς
συνεπάγεται απώλεια των
υφιστάμενων όρων
ενίσχυσης (FIT/FIP),
υποχρέωση πλήρους νέας
αδειοδότησης, έκδοση
νέας προσφοράς σύνδεσης,
κατάθεση εγγυητικών
επιστολών υψηλού κόστους
και συμμετοχή σε
διαγωνιστικές
διαδικασίες με
δυσμενέστερους όρους σε
σχέση με τα αρχικά έργα.
«Στην πράξη, η αφαίρεση
της ταρίφας εξαλείφει
κάθε κίνητρο για
τεχνολογική αναβάθμιση»,
επισημαίνεται
χαρακτηριστικά.
Τα
αιτήματα προς την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Οι
παραγωγοί φωτοβολταϊκών
ζητούν από την Κομισιόν
να προχωρήσει σε επίσημο
έλεγχο της συμβατότητας
του ελληνικού πλαισίου
με το ενωσιακό δίκαιο,
να απευθύνει σύσταση ή
αιτιολογημένη γνώμη προς
τις ελληνικές αρχές και
να προωθήσει μια ενιαία
ευρωπαϊκή προσέγγιση για
το repowering. Στόχος
είναι η διασφάλιση ίσης
μεταχείρισης και η
επιτάχυνση της πράσινης
μετάβασης σε όλα τα
κράτη-μέλη.
Παράγοντες της αγοράς
εκτιμούν ότι η υπόθεση
θα συγκεντρώσει έντονο
ενδιαφέρον στις
Βρυξέλλες, καθώς αγγίζει
τον πυρήνα της
ευρωπαϊκής ενεργειακής
πολιτικής, σε μια
περίοδο όπου η
αναβάθμιση των
υφιστάμενων ΑΠΕ
θεωρείται κρίσιμη τόσο
για την ενεργειακή
ασφάλεια όσο και για την
αντιμετώπιση της
κλιματικής κρίσης.
|