|
Με
ελάχιστες συνεδριάσεις
να απομένουν για το
τέλος του 2025, τα
σωρευτικά κέρδη της
ελληνικής αγοράς φτάνουν
το 44,8%. Η επίδοση αυτή
την τοποθετεί υψηλά στη
διεθνή κατάταξη, πίσω
μόνο από αγορές όπως της
Νότιας Κορέας, του
Πακιστάν, του Ισραήλ και
της Ισπανίας. Παράλληλα,
η υπεροχή του Χ.Α.
έναντι των μεγάλων
αμερικανικών και
ευρωπαϊκών δεικτών είναι
σαφής: ο Nasdaq κινείται
κοντά στο +20%, ο DAX
περίπου στο +22%, ο FTSE
100 στο +21%, ο S&P 500
στο +16% και ο CAC-40 σε
μονοψήφια έως χαμηλά
διψήφια επίπεδα.
Κεντρικός μοχλός της
ανόδου παραμένει ο
τραπεζικός κλάδος, με
τον αντίστοιχο δείκτη να
ενισχύεται κατά περίπου
83% μέσα στη χρονιά,
προσφέροντας ισχυρή
στήριξη στον Γενικό
Δείκτη. Ωστόσο, η
ελκυστικότητα της
ελληνικής αγοράς δεν
περιορίζεται μόνο στις
τράπεζες. Ένα ευρύτερο
πλέγμα παραγόντων έχει
συμβάλει στη διεθνή
αναγνώριση του Χ.Α., οι
οποίοι, σύμφωνα με τις
αναλύσεις κορυφαίων
επενδυτικών οίκων όπως η
Goldman Sachs, η Morgan
Stanley, η JPMorgan και
η Bank of America,
αναμένεται να συνεχίσουν
να λειτουργούν
υποστηρικτικά και το
2026, καθιστώντας την
Ελλάδα μία από τις
προτιμώμενες αγορές
τους.
Όπως
επισημαίνει ο Δημήτρης
Τζάνας, σύμβουλος
διοίκησης στην Κύκλος
Χρηματιστηριακή, η
βελτίωση των
μακροοικονομικών
δεικτών, οι διαδοχικές
αναβαθμίσεις της
ελληνικής οικονομίας από
τους οίκους αξιολόγησης
και η ενίσχυση των
οικονομικών
αποτελεσμάτων των
βασικών εισηγμένων έχουν
δημιουργήσει έναν
ενάρετο κύκλο
αυξανόμενου επενδυτικού
ενδιαφέροντος.
Ενδεικτικό είναι ότι η
μέση ημερήσια αξία
συναλλαγών το 2025 είναι
περίπου τριπλάσια σε
σχέση με το 2021.
Κατά τον
ίδιο, η συνέχιση της
ανοδικής πορείας το 2026
στηρίζεται σε τέσσερις
βασικούς άξονες, οι
οποίοι θα μπορούσαν να
οδηγήσουν τον Γενικό
Δείκτη προς την περιοχή
των 2.400 μονάδων. Ο
πρώτος αφορά τη
διατηρήσιμη ανάπτυξη του
ΑΕΠ, με το προσχέδιο του
προϋπολογισμού να
προβλέπει ρυθμό 2,4% για
το 2026, στηριζόμενο
κυρίως στην ιδιωτική
κατανάλωση, τις
επενδύσεις και τη
συμβολή του εξωτερικού
τομέα. Ο δεύτερος
σχετίζεται με την
ενίσχυση του θετικού
αφηγήματος για την
ελληνική οικονομία, το
οποίο μπορεί να οδηγήσει
σε περαιτέρω
αναβαθμίσεις της
πιστοληπτικής
αξιολόγησης της χώρας.
Τρίτος
καθοριστικός παράγοντας
είναι η προοπτική νέων
αναβαθμίσεων του Χ.Α. σε
ανεπτυγμένη αγορά και
από άλλους διεθνείς
παρόχους δεικτών, μετά
την απόφαση του FTSE και
σε συνδυασμό με τις
δομικές αλλαγές που
φέρνει η ένταξη στο
Euronext. Τέλος,
ιδιαίτερη σημασία έχει η
περαιτέρω βελτίωση των
εταιρικών αποτελεσμάτων
το 2026, μετά από ακόμη
μία ισχυρή χρήση φέτος.
Οι συνολικές χρηματικές
διανομές το 2025 φτάνουν
τα 5,8 δισ. ευρώ,
καταγράφοντας ιστορικό
υψηλό, με τη μέση
μερισματική απόδοση να
διαμορφώνεται γύρω στο
4%.
Σε
επίπεδο αποτιμήσεων, η
ελληνική αγορά
διαπραγματεύεται περίπου
στις 11 φορές τα
εκτιμώμενα καθαρά κέρδη
του 2025, εμφανίζοντας
σημαντικό discount
έναντι άλλων
ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών
αγορών. Με βάση τις
συγκριτικές αποτιμήσεις,
ο Γενικός Δείκτης
διαθέτει θεμελιώδες
περιθώριο ανόδου προς
τις 2.350 μονάδες,
προσεγγίζοντας τους
ευρωπαϊκούς μέσους
όρους, σύμφωνα με τον
Μάνο Χατζηδάκη της Beta
Securities. Όπως
σημειώνει, η επόμενη
φάση ανόδου δεν
αναμένεται να είναι
ομοιόμορφη, καθώς μεγάλο
μέρος των προσδοκιών
έχει ήδη αποτυπωθεί στις
κεφαλαιοποιήσεις. Το
ενδιαφέρον θα στραφεί
επιλεκτικά σε εταιρείες
και κλάδους με σαφή
πλεονεκτήματα, όπως η
επίτευξη επιχειρηματικών
στόχων, οι τομείς αιχμής
και οι στρατηγικές
ανακατατάξεις σε
τράπεζες, ενέργεια και
υποδομές.
Τέλος,
δεδομένης της υψηλής
εξάρτησης του Χ.Α. από
τις διεθνείς ροές
κεφαλαίων, η πορεία του
θα συνεχίσει να είναι σε
μεγάλο βαθμό
συγχρονισμένη με τις
διεθνείς αγορές. Για να
επιβεβαιωθεί ένα ακόμη
σενάριο υπεραπόδοσης, θα
απαιτηθεί ένα ευνοϊκό
διεθνές περιβάλλον,
χωρίς την εμφάνιση
απρόβλεπτων αρνητικών
εξελίξεων από
γεωπολιτικούς ή
οικονομικούς κινδύνους.
|