|
Με μια εκτενή και
ανομοιογενή ομιλία, που κινούνταν ανάμεσα στη μεγαλοστομία,
τη μελαγχολία και την έντονη αυτοαναφορά, ο Ντόναλντ Τραμπ
έδωσε την εντύπωση ότι αποχαιρετά τον ρόλο των Ηνωμένων
Πολιτειών ως πυλώνα της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης που
οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από το βήμα του
Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός —σύμβολο της
παγκοσμιοποίησης και σημείο συνάντησης της παγκόσμιας
οικονομικής ελίτ— ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκαθάρισε ότι οι
ΗΠΑ δεν προτίθενται πλέον να λειτουργούν ως ανοιχτή αγορά
και εγγυητής ασφάλειας για τους Ευρωπαίους συμμάχους τους,
τους οποίους μάλιστα αντιμετώπισε με εμφανή περιφρόνηση.
Παράλληλα,
επανέλαβε την πρόθεσή του να κλιμακώσει τον εμπορικό πόλεμο,
παρουσιάζοντας τους δασμούς ως το αναγκαίο «εισιτήριο» για
την πρόσβαση σε μια αγορά 300 εκατομμυρίων καταναλωτών. Αν
και αργότερα, μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης,
υπαναχώρησε σε ό,τι αφορά τη χρήση δασμών ως μοχλό πίεσης
για τον έλεγχο της Γροιλανδίας, η ουσία της επίθεσής του
κατά της υφιστάμενης παγκόσμιας οικονομικής αρχιτεκτονικής
είχε ήδη διατυπωθεί με σαφήνεια.
Η εικόνα αποκτά
ιδιαίτερο συμβολισμό αν αναλογιστεί κανείς ότι στην ίδια
αίθουσα, εννέα χρόνια νωρίτερα, ο Κινέζος πρόεδρος Σι
Τζινπίνγκ είχε απευθυνθεί στο Νταβός προβάλλοντας την Κίνα
ως υπέρμαχο της «οικονομικής παγκοσμιοποίησης». Η ομιλία
εκείνη, λίγες ημέρες πριν από την πρώτη ορκωμοσία του Τραμπ,
ερμηνεύθηκε τότε ως μια —εκ των υστέρων μάταιη— προσπάθεια
αποτροπής της επερχόμενης εμπορικής σύγκρουσης. Τόσο τότε
όσο και σήμερα, η φιλοδοξία της Κίνας να παρουσιαστεί ως
υπεύθυνη παγκόσμια δύναμη αντιμετωπίζεται με έντονη
καχυποψία, ιδίως σε αντιπαραβολή με το εθνικιστικό δόγμα
«Πρώτα η Αμερική».
Η Κίνα, άλλωστε,
κάθε άλλο παρά άμεμπτη είναι. Εδώ και χρόνια επιδοτεί μαζικά
τη βιομηχανική παραγωγή, ασκώντας πιέσεις σε θέσεις εργασίας
από τις Ηνωμένες Πολιτείες έως τη Νοτιοανατολική Ασία. Έχει
καταστείλει συστηματικά αντιφρονούντες, συνδικαλιστές και
δημοσιογράφους, ενώ ο στρατός της έχει υιοθετήσει επιθετική
στάση απέναντι στην Ταϊβάν και γειτονικά κράτη. Ακόμη και οι
στενότεροι εταίροι της δύσκολα θα την περιέγραφαν ως
υπόδειγμα θεσμικής δικαιοσύνης ή ίσων όρων ανταγωνισμού.
Παρά ταύτα, την
τελευταία δεκαετία έχει καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι το
Πεκίνο —τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής— επενδύει σε αρχές
που η σημερινή αμερικανική ηγεσία έχει απορρίψει: συμμετοχή
σε πολυμερείς οργανισμούς, αποδοχή της λογικής του διεθνούς
εμπορίου ως πηγής συλλογικού πλούτου και παραδοχή ότι καμία
χώρα, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν μπορεί να πορευτεί
απομονωμένη. Ο Τραμπ, μιλώντας επί 90 λεπτά ενώπιον του
ακροατηρίου του Νταβός, φρόντισε να αναδείξει ακριβώς αυτή
την αντίθεση.
Όπως σημειώνει ο
Εσβάρ Πρασάντ, καθηγητής διεθνούς εμπορίου στο Πανεπιστήμιο
Cornell, «η Κίνα επιδιώκει να εμφανιστεί ως η ώριμη δύναμη
του συστήματος, την ώρα που οι ΗΠΑ υιοθετούν μια πιο
συγκρουσιακή στάση. Το ερώτημα είναι αν ο υπόλοιπος κόσμος
είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει — και αυτό δεν είναι
καθόλου δεδομένο».
Σε αυτό το
περιβάλλον, Ευρώπη και Κίνα προκύπτουν, σε κάποιο βαθμό, ως
φυσικοί συνομιλητές, σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ επιλέγουν
την εθνική περιχαράκωση. Αμφότερες δηλώνουν προσήλωση στο
διεθνές εμπόριο που διέπεται από κανόνες, έστω κι αν το
Πεκίνο κατηγορείται συχνά για παραβίασή τους στην πράξη. Και
οι δύο αναγνωρίζουν την επιστημονική διάσταση της κλιματικής
αλλαγής και κινητοποιούν κεφάλαια και τεχνογνωσία για την
αντιμετώπισή της.
Η Κίνα έχει ήδη
εξελιχθεί σε παγκόσμιο πρωταγωνιστή στην τεχνολογία καθαρής
ενέργειας, ενώ η Ευρώπη —παρά τις πρόσφατες πολιτικές
υπαναχωρήσεις— εξακολουθεί να διατηρεί φιλόδοξους στόχους
για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα, στόχους που ο Τραμπ
αντιμετώπισε με ειρωνεία.
Ενδεικτική της ευρύτερης στροφής
της Ουάσιγκτον ήταν και η δήλωση του υπουργού Εμπορίου,
Χάουαρντ Λούτνικ, μία ημέρα πριν από την ομιλία του
προέδρου. Σε συζήτηση στο Νταβός, ο Λούτνικ υποστήριξε ότι
το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα —το οποίο οικοδομήθηκε σε
μεγάλο βαθμό βάσει αμερικανικού σχεδιασμού— ανήκει πλέον στο
παρελθόν. «Η παγκοσμιοποίηση απέτυχε να εξυπηρετήσει τη Δύση
και τις Ηνωμένες Πολιτείες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
|