|
Η τεχνητή νοημοσύνη
λειτουργεί ως βασικός μοχλός ανόδου για τον δείκτη
S&P
500 και, ευρύτερα, για την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι επικεφαλής των μεγάλων επιχειρήσεων που δεσπόζουν στον
κλάδο έχουν εξελιχθεί σε πρόσωπα με σχεδόν σταρική απήχηση,
με επενδυτές και αγορές να παρακολουθούν στενά κάθε τους
δήλωση και κάθε οικονομικό αποτέλεσμα. Τα όρια ανάμεσα στον
ενθουσιασμό και την πραγματική δυναμική του κλάδου γίνονται
ολοένα και πιο δυσδιάκριτα. Ωστόσο, ο παράγοντας που
ενδέχεται τελικά να αποδειχθεί καταλύτης για την εκτόνωση
της «φούσκας» της τεχνητής νοημοσύνης δεν σχετίζεται τόσο με
τους κύκλους χρηματοδότησης, τη συσσώρευση χρέους ή τον
ανταγωνισμό από την Κίνα. Πιο πιθανό είναι να προκύψει από
το αυξημένο κόστος λόγω δασμών και από τη συρρίκνωση της
μεταναστευτικής ροής προς τις ΗΠΑ, εξελίξεις που θα
μπορούσαν να ανακόψουν απότομα την πορεία των πρωταγωνιστών
του AI.
Ο πρόεδρος Τραμπ
έχει δεσμευθεί να πράξει «ό,τι απαιτείται» ώστε οι Ηνωμένες
Πολιτείες να ηγηθούν παγκοσμίως στον τομέα της τεχνητής
νοημοσύνης, κινητοποιώντας την ομοσπονδιακή διοίκηση και
συνεργαζόμενος στενά με τη βιομηχανία. Η κυβέρνησή του
διαθέτει ομοσπονδιακή γη για την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων
και μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, επιταχύνει τις αδειοδοτικές
διαδικασίες και περιορίζει τους περιβαλλοντικούς ελέγχους.
Παράλληλα, έχει αποκτήσει συμμετοχές στην
Intel
Corp.,
τον ηγετικό όμιλο μικροτσίπ, στην
x-Light
Inc.,
μια νεοσύστατη εταιρεία εξοπλισμού λιθογραφίας, καθώς και σε
επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στα κρίσιμα ορυκτά, τα
οποία αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για την παραγωγή
ηλεκτρονικών εξαρτημάτων. Σε επίπεδο ρύθμισης, η
ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρεμβαίνει ακόμη και σε πολιτειακά
πλαίσια, αξιοποιώντας εκτελεστικές εξουσίες για να άρει
κανονισμούς και εποπτικούς μηχανισμούς. Επιπλέον, έχει
εξαιρέσει από δασμούς
servers,
ημιαγωγούς, πλακέτες κυκλωμάτων και άλλα κρίσιμα εξαρτήματα,
τα οποία αντιστοιχούν σε περίπου το ένα τρίτο του κόστους
ενός data
center, παρότι οι εισαγόμενες πρώτες ύλες για τις
κατασκευές εξακολουθούν να επιβαρύνονται.
Το πλέγμα αυτών των
πολιτικών προσφέρει σαφές πλεονέκτημα στην τεχνητή νοημοσύνη
έναντι της παραδοσιακής βιομηχανικής παραγωγής και άλλων
τομέων, τροφοδοτώντας τον επενδυτικό παροξυσμό γύρω από το
AI.
Έτσι, οι μεγάλες εταιρείες με ισχυρούς ισολογισμούς
διοχετεύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε τεράστιες
εγκαταστάσεις κέντρων δεδομένων, γεμάτες με
servers,
καλώδια και δικτυακό εξοπλισμό, προκειμένου να υποστηρίξουν
τα μοντέλα και τις εφαρμογές τους. Η συνολική υπολογιστική
ισχύς αναμένεται να αυξηθεί τουλάχιστον στο διπλάσιο έως το
2030.
Καθώς όμως ο
αριθμός των data centers
αυξάνεται ραγδαία, το ίδιο συμβαίνει και με τις ενεργειακές
τους ανάγκες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της
McKinsey,
τα νέα κέντρα δεδομένων που θα τεθούν σε λειτουργία έως το
2030 θα απαιτήσουν πάνω από 600 τεραβατώρες ηλεκτρικής
ενέργειας, ποσότητα ικανή να καλύψει τις ανάγκες σχεδόν 60
εκατομμυρίων νοικοκυριών.
Την ίδια στιγμή, η
άνοδος της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας συμπαρασύρει προς τα
πάνω και το κόστος κατασκευής των σχετικών υποδομών. Οι
τιμές είχαν ήδη αρχίσει να αυξάνονται, καθώς οι παραγγελίες
για μετασχηματιστές, διακόπτες και λοιπό ηλεκτρολογικό
εξοπλισμό υπερέβησαν τη δυναμικότητα των εργοστασίων, μετά
από μια μακρά περίοδο υποεπένδυσης. Το 2025, οι δασμοί
επιβάρυναν περαιτέρω το κόστος πολλών εισαγόμενων προϊόντων.
Οι δασμοί ύψους 50% σε χάλυβα, αλουμίνιο και χαλκό έπληξαν
ιδιαίτερα τις γραμμές μεταφοράς, τους μετασχηματιστές και
τους ηλεκτρικούς πυλώνες. Επιπλέον, οι μπαταρίες αποθήκευσης
ενέργειας που χρησιμοποιούν οι εταιρείες κοινής ωφέλειας,
και προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την Κίνα,
επιβαρύνονται με ακόμη υψηλότερους δασμούς.
Παράλληλα, η
μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ καθιστά την
ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης πιο αργή και ακριβή. Οι
επικεφαλής των τεχνολογικών ομίλων εκφράζουν έντονα την
ανησυχία τους για την έλλειψη επιστημόνων, ερευνητών
AI
και μηχανικών, καθώς η απόκτηση βίζας
H-1B
έχει γίνει δυσκολότερη και ακριβότερη. Ωστόσο, η πραγματική
αδυναμία εμφανίζεται πρωτίστως στον κατασκευαστικό τομέα.
Περίπου το ένα τέταρτο των εργαζομένων στις κατασκευές
προέρχεται από το εξωτερικό, ενώ ένας στους επτά βρίσκεται
στη χώρα χωρίς νόμιμα έγγραφα. Με τα αυστηρότερα σύνορα, τις
εντατικές επιχειρήσεις της
ICE
και τις μαζικές απελάσεις, η εύρεση πρόσθετου εργατικού
δυναμικού έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη.
Έρευνες μεταξύ
εργολάβων δείχνουν ότι πάνω από το 80% αντιμετωπίζει κενές
θέσεις εργασίας, οι οποίες πλέον καλύπτονται πολύ
δυσκολότερα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Η έλλειψη
προσωπικού αποτελεί τον βασικό λόγο καθυστερήσεων στα έργα,
ακόμη και καθώς η υπόλοιπη κατασκευαστική δραστηριότητα
υποχωρεί. Οι νέες κατοικίες βρίσκονται σχεδόν 10%
χαμηλότερα, στο χαμηλότερο επίπεδο πενταετίας, ενώ οι
εμπορικές κατασκευές έχουν μειωθεί κατά 13%.
Για τις εταιρείες
τεχνητής νοημοσύνης και τους διαχειριστές
data
centers, ακόμη και οι τεράστιες κεφαλαιουχικές
δαπάνες δεν επαρκούν για να καλύψουν όλες τις ανάγκες τους,
με τη δυναμική αυτή να αναμένεται να ενταθεί το 2026. Το
αυξημένο κόστος ζωής έχει αναδειχθεί σε κεντρικό πολιτικό
ζήτημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, με τον
Λευκό Οίκο να στρέφει την προσοχή του στη στεγαστική κρίση.
Μέχρι στιγμής, οι παρεμβάσεις επικεντρώνονται στη μείωση των
επιτοκίων στεγαστικών δανείων και στον περιορισμό της
παρουσίας θεσμικών επενδυτών στην αγορά κατοικίας. Αν όμως
ακολουθήσει άνοδος της οικοδομικής δραστηριότητας, τα
οικιστικά έργα θα βρεθούν να ανταγωνίζονται τα
data
centers
για τους ίδιους, ήδη σπάνιους, ηλεκτρολόγους, τεχνίτες και
συγκολλητές.
Η αμερικανική
κυβέρνηση καλείται να δώσει την ίδια έμφαση στους
εξειδικευμένους τεχνίτες όσο και στους μηχανικούς. Τα
εγχώρια προγράμματα κατάρτισης μπορούν να βοηθήσουν
μακροπρόθεσμα, όμως οι ανάγκες του κλάδου είναι άμεσες.
Λύσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την αύξηση των
θεωρήσεων H-2B,
την επιτάχυνση των διαδικασιών για βίζες
EB-3
στον κατασκευαστικό τομέα και τη δημιουργία ενός ειδικού,
προσωρινού προγράμματος εργασίας για τις κατασκευές.
Τελικά, η επιτυχία της τεχνητής νοημοσύνης
θα κριθεί από το κατά πόσο θα δικαιολογήσει τις τεράστιες
επενδύσεις που πραγματοποιούνται. Ακόμη και αν μεταμορφώσει
ολόκληρους κλάδους, ο χρόνος και το κόστος θα καθορίσουν
τους τελικούς νικητές. Σήμερα, πάντως, οι δασμοί και η
μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ συνιστούν
ουσιαστικά εμπόδια για την περαιτέρω πρόοδο των αμερικανικών
εταιρειών και μοντέλων
AI.
|