|
Η Ευρώπη δείχνει να
αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη νέα της θέση στον κόσμο.
Απαξιωμένοι, προσβεβλημένοι και υπό πίεση από τον πρώην
αμερικανικό «προστάτη» τους, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναζητούν
πλέον κατεύθυνση. Βρίσκονται άραγε μπροστά σε μια
επιταχυνόμενη παρακμή – σε μια νέα «εποχή ταπείνωσης», όπως
τη χαρακτηρίζει ο
Adrian
Wooldridge;
Ή μήπως οι πρόσφατες εξελίξεις δημιουργούν τις προϋποθέσεις
για μια βαθιά, αναγκαία εδώ και καιρό επανεκκίνηση; Και αν
ισχύει το δεύτερο, τι ακριβώς θα προϋπέθετε μια επιτυχημένη
επανεκκίνηση;
Βραχυπρόθεσμα, η
Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να διαχειριστεί τον Ντόναλντ
Τραμπ. Μακροπρόθεσμα όμως, η πρόκληση είναι ακόμη
σοβαρότερη. Για να ανταποκριθεί όχι μόνο στη σημερινή
αμερικανική κυβέρνηση αλλά και στην κληρονομιά της –μια
πιθανώς μόνιμη ανατροπή της παγκόσμιας τάξης– η ΕΕ καλείται
να επανεξετάσει τον ίδιο της τον ρόλο, με συνέπειες τόσο για
τα σημερινά όσο και για τα μελλοντικά ή πρώην μέλη της.
Η επικρατούσα
αντίληψη θέλει την ευρωπαϊκή απάντηση στον Τραμπ να
περιορίζεται σε ένα δίλημμα: κατευνασμός ή αντίποινα. Στην
πράξη, παρατηρήθηκε υπερβολική προσαρμοστικότητα και
ελάχιστη ουσιαστική αντίσταση. Η ιδέα ότι η Ευρώπη οφείλει
να επιλέξει τη μία ή την άλλη στρατηγική μοιάζει λογική·
στην πραγματικότητα όμως, είναι εσφαλμένη.
Τόσο ο κατευνασμός
όσο και η αντιπαράθεση βασίζονται στην ίδια λανθασμένη
υπόθεση: ότι στόχος είναι η αλλαγή της συμπεριφοράς του
Τραμπ. Κανένα από τα δύο δεν μπορεί να το επιτύχει. Ο
κατευνασμός αποτυγχάνει επειδή ο Τραμπ δεν ικανοποιείται
ποτέ και δεν θεωρεί καμία συμφωνία οριστική. Τα αντίποινα
αποτυγχάνουν επειδή οι ΗΠΑ διατηρούν το πλεονέκτημα της
κλιμάκωσης. Μια γενικευμένη οικονομική σύγκρουση θα έβλαπτε
και τις δύο πλευρές, όμως η Ευρώπη έχει σαφώς περισσότερα να
χάσει. Επιπλέον, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ο Τραμπ δείχνει
λιγότερο ευαίσθητος στις αμερικανικές απώλειες απ’ ό,τι οι
Ευρωπαίοι ηγέτες στη ζημιά που υφίσταται η ήπειρός τους –
διαφορετικά, οι δασμοί της «Ημέρας της Απελευθέρωσης» δεν θα
είχαν ποτέ επιβληθεί.
Συνεπώς, η Ευρώπη
δεν μπορεί να κατευθύνει αποφασιστικά τον Τραμπ ούτε προς
τον συμβιβασμό ούτε προς την αυτοσυγκράτηση. Είναι αλήθεια
ότι οι αμερικανικές αγορές διαθέτουν ένα είδος έμμεσου βέτο,
αν και διστάζουν να το ενεργοποιήσουν. Όταν ο Τραμπ απείλησε
με νέους δασμούς προκειμένου να πιέσει για την απόκτηση της
Γροιλανδίας και οι Ευρωπαίοι απάντησαν αρνητικά, οι αγορές
υποχώρησαν και ο Λευκός Οίκος έκανε προσωρινά πίσω. Ωστόσο,
αυτό το επεισόδιο δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ μιας
στρατηγικής «σύγκρουσης για χάρη του κατευνασμού». Η Ευρώπη
θα ρίσκαρε υπερβολικά αν υιοθετούσε την απειλή οικονομικής
αποσταθεροποίησης ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Η ορθότερη επιλογή,
λοιπόν, δεν είναι ούτε η υποταγή ούτε η ανοιχτή σύγκρουση,
αλλά η διακριτική αποστασιοποίηση.
Στο μέτωπο του
εμπορίου, η Ευρώπη θα μπορούσε να υιοθετήσει την κλασική
αρχή του μονομερούς ελεύθερου εμπορίου. Δεν υπάρχει λόγος να
απαντήσει στον αμερικανικό προστατευτισμό με ευρωπαϊκό
προστατευτισμό. Οι ΗΠΑ ας επιβάλλουν δασμούς όπως επιθυμούν,
ενώ η Ευρώπη θα μπορούσε να διατηρήσει τις αγορές της
ανοιχτές. Με αυτόν τον τρόπο, θα περιοριζόταν η ζημιά για
την ίδια, θα καθίστατο σαφές ποιος φέρει την ευθύνη για τις
στρεβλώσεις και θα αποδυναμωνόταν ο ρόλος του Τραμπ ως
κεντρικού ταραξία της παγκόσμιας οικονομικής πολιτικής.
Στον τομέα της
ασφάλειας, η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να δει το ΝΑΤΟ
να καταρρέει. Τα παράπονα του Τραμπ για την ανεπαρκή
ευρωπαϊκή συνεισφορά στην άμυνα δεν στερούνται βάσης. Αν και
οι αμερικανικές εγγυήσεις δεν έχουν πλέον το βάρος του
παρελθόντος, εξακολουθούν να έχουν αξία. Βραχυπρόθεσμα, η ΕΕ
οφείλει να επιδιώξει τη διατήρηση της συμμαχίας.
Αυτό, ωστόσο, δεν
συνεπάγεται υποχώρηση. Η Ευρώπη θα μπορούσε, για παράδειγμα,
να αυξήσει τις δαπάνες για την ασφάλεια της Γροιλανδίας –
κάτι που εξυπηρετεί και τα δικά της συμφέροντα – ενώ
ταυτόχρονα να ξεκαθαρίσει ότι το νησί δεν είναι προς πώληση.
Παράλληλα, απαιτείται άμεση αύξηση των αμυντικών δαπανών και
της παραγωγικής ικανότητας, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από
τις ΗΠΑ. Η στάση θα πρέπει να είναι συνεργατική αλλά
σταθερή: ούτε υποχωρητική, ούτε προκλητική. Δεν υπάρχει
λόγος, για παράδειγμα, να καταγγελθεί ή να χλευαστεί το
Συμβούλιο Ειρήνης – αρκεί μια ευγενική άρνηση συμμετοχής.
Η εξεύρεση της
σωστής ισορροπίας είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η πρόσφατη
ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός είναι
ενδεικτική. Ο Κάρνεϊ επισήμανε εύστοχα την ανάγκη στενότερης
συνεργασίας μεταξύ των «μεσαίων δυνάμεων», όμως υιοθέτησε
συγκρουσιακή ρητορική, εν μέρει για εσωτερικούς πολιτικούς
λόγους. Η αντίδραση των ΗΠΑ ήταν άμεση, με απειλές για
εξοντωτικούς δασμούς, αναγκάζοντας τον Καναδό πρωθυπουργό να
υποχωρήσει ρητορικά. Το συμπέρασμα είναι σαφές: όσο η
Ουάσιγκτον διατηρεί τη διάθεση για κλιμάκωση και οι θεσμοί
της δεν αντιδρούν, οι μικρότερες οικονομίες βρίσκονται σε
μειονεκτική θέση.
Θα περίμενε κανείς
ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, με πολύ μεγαλύτερη οικονομική κλίμακα
και μικρότερη εξάρτηση από το εμπόριο με τις ΗΠΑ, θα διέθετε
περισσότερα περιθώρια ελιγμών. Παρ’ όλα αυτά, η Ευρώπη
συνεχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως άθροισμα
μεσαίων και μικρών δυνάμεων, όχι ως ενιαίο γεωπολιτικό
παίκτη.
Λαμβάνοντας υπόψη
τον πληθυσμό της, το μέγεθος της οικονομίας της και τη
διακηρυγμένη επιδίωξη μιας «όλο και στενότερης ένωσης», η
απουσία γεωπολιτικών φιλοδοξιών μοιάζει παράδοξη. Η
αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας μετά το 1945 εξηγεί σε μεγάλο
βαθμό αυτή την εξέλιξη.
Υπό αυτή την
προστασία, η ΕΕ επικεντρώθηκε στην εσωτερική «αρμονία» και
στη γραφειοκρατική ερμηνεία της ενοποίησης, παραμελώντας τη
διαμόρφωση κοινών στρατηγικών στόχων και την ανάπτυξη της
αναγκαίας σκληρής ισχύος για την υποστήριξή τους.
Θα μπορούσε η ρήξη
του Τραμπ με την παγκόσμια τάξη να λειτουργήσει ως καταλύτης
αλλαγής; Και αν ναι, μπορεί αυτή η αλλαγή να σηματοδοτήσει
μια περίοδο ανανέωσης αντί για μια νέα ταπείνωση; Μια τέτοια
πορεία θα απαιτούσε τρεις θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις.
Πρώτον, η Ευρώπη
πρέπει να θέσει τη συλλογική ασφάλεια στο επίκεντρο. Αυτό
συνεπάγεται όχι μόνο αυξημένες αμυντικές δαπάνες, αλλά και
μια ρητή ευρωπαϊκή συμφωνία αμοιβαίας προστασίας εντός του
πλαισίου του ΝΑΤΟ, με τη συμμετοχή και του Ηνωμένου
Βασιλείου. Οι αποφάσεις για εξοπλισμούς και πόρους θα πρέπει
να ενοποιηθούν ουσιαστικά, οδηγώντας σε στρατούς όχι μόνο
ισχυρότερους, αλλά και βαθιά διασυνδεδεμένους.
Δεύτερον, η ΕΕ
οφείλει να διορθώσει χρόνιες αστοχίες οικονομικής πολιτικής,
όπως καταγράφονται αναλυτικά στην Έκθεση Ντράγκι του 2024:
υπερρύθμιση, ατελής εσωτερική αγορά, στρεβλή ενεργειακή
μετάβαση, απουσία ενιαίας κεφαλαιαγοράς, έλλειψη κοινής
δημοσιονομικής πολιτικής και ανυπαρξία μιας συνεκτικής
ευρωπαϊκής εξωτερικής οικονομικής στρατηγικής.
Τρίτον –και
δυσκολότερο– απαιτείται μια πολιτισμική μεταστροφή. Η
ενίσχυση της συλλογικής ασφάλειας δεν μπορεί να επιτευχθεί
αγνοώντας την εθνική κυριαρχία και ταυτότητα, στις οποίες οι
πολίτες παραμένουν βαθιά προσκολλημένοι. Για να πετύχει, η
Ευρώπη χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας, πρωτίστως στο επίπεδο
των Βρυξελλών.
Οι πιθανότητες ενός τέτοιου
reset είναι
περιορισμένες, αλλά όχι ανύπαρκτες. Η αλλαγή που επιβάλλει ο
Τραμπ δεν φαίνεται αναστρέψιμη ούτε από εκλογικούς κύκλους
ούτε από θεσμικές αδράνειες. Για την Ευρώπη, η χρόνια
υποαπόδοση ίσως να μην αποτελεί πλέον επιλογή. Το διακύβευμα
είναι ξεκάθαρο: είτε βαθιά αποτυχία είτε ουσιαστική
ανανέωση. Σε κάθε περίπτωση, η ήπειρος βρίσκεται πλέον σε
ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.
|