|
Η ιδιοκατοίκηση
στις United
States
δεν αποτελεί απλώς μια επιλογή στέγασης. Είναι σύμβολο
οικονομικής ασφάλειας, βασικός μηχανισμός δημιουργίας
πιστοληπτικής αξιοπιστίας και συσσώρευσης πλούτου, ένας από
τους πυλώνες του λεγόμενου «αμερικανικού ονείρου». Ωστόσο,
καθώς οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό
από τους μισθούς, η προοπτική αυτή απομακρύνεται για ολοένα
και περισσότερους Αμερικανούς.
Έρευνα του 2022 από την
πλατφόρμα ενοικιάσεων
Apartment List
έδειξε ότι το ποσοστό των
millennials
που θεωρούν πως πιθανότατα θα παραμείνουν ενοικιαστές σε όλη
τους τη ζωή σχεδόν διπλασιάστηκε, φθάνοντας κοντά στο 25%,
από 13% το 2018. Το 2024, δημοσκόπηση της
Harris
Poll
κατέγραψε ότι το 42% των Αμερικανών ενηλίκων –και σχεδόν οι
μισοί της Gen Z–
συμφωνούν με τη φράση: «Όσο σκληρά κι αν δουλέψω, δεν θα
μπορέσω ποτέ να αποκτήσω το σπίτι που πραγματικά θέλω».
Οι οικονομικές
επιπτώσεις της στεγαστικής κρίσης
Η επιδείνωση
της προσιτότητας της κατοικίας δεν επηρεάζει μόνο τη
στεγαστική αγορά. Διαμορφώνει βαθύτερα τον τρόπο με τον
οποίο οι νεότερες γενιές καταναλώνουν, εργάζονται και
επενδύουν.
Με στόχο να
αποτυπώσουν αυτές τις μεταβολές, οι οικονομολόγοι
Younggeun
Yoo
και Seung
Hyeong Lee
ανέπτυξαν ένα μαθηματικό μοντέλο που προσομοιώνει την
οικονομική πορεία νοικοκυριών με επικεφαλής άτομα ηλικίας 20
έως 75 ετών. Το μοντέλο βασίστηκε σε πραγματικά δεδομένα από
την Federal
Reserve,
την United
States
Census Bureau
και άλλες βάσεις δεδομένων.
Στην ανάλυση
ενσωματώθηκαν μεταβλητές όπως οι διακυμάνσεις μισθών και
τιμών κατοικιών, το αρχικό επίπεδο πλούτου, το στεγαστικό
χρέος, ο κίνδυνος αθέτησης και η επιθυμία μεταβίβασης
περιουσίας στα παιδιά.
Τα αποτελέσματα
αποτυπώνουν μια σαφή γενεακή μετατόπιση. Σύμφωνα με το
μοντέλο, περίπου το 84% των Αμερικανών που γεννήθηκαν το
1950 απέκτησαν κάποια στιγμή κατοικία, ποσοστό που
συμβαδίζει με τα στοιχεία της απογραφής, τα οποία δείχνουν
ότι σήμερα περίπου το 82% αυτής της γενιάς είναι ιδιοκτήτες.
Για όσους γεννήθηκαν το 1990, το αντίστοιχο ποσοστό
εκτιμάται ότι υποχωρεί στο 74%.
Η δύναμη της
προσδοκίας
Πέρα από τα
ποσοτικά δεδομένα, το μοντέλο αναδεικνύει τη σημασία της
προσδοκίας. Οι ερευνητές συνέκριναν δύο ενοικιαστές ηλικίας
20 ετών με παρόμοιο αρχικό πλούτο αλλά διαφορετική
πιθανότητα μελλοντικής ιδιοκατοίκησης.
Ο πρώτος, που
θεωρεί ρεαλιστική την αγορά κατοικίας στο μέλλον,
αποταμιεύει περισσότερο και εργάζεται εντατικότερα. Με την
πάροδο του χρόνου καταφέρνει να αποκτήσει ακίνητο και
αυξάνει σταδιακά την καθαρή του περιουσία μέσω αποταμιεύσεων
και ιδίων κεφαλαίων.
Αντίθετα, ο
δεύτερος, ο οποίος θεωρεί ότι οι πιθανότητες ιδιοκατοίκησης
είναι περιορισμένες, ακολουθεί διαφορετική πορεία. Για
δεκαετίες συγκεντρώνει ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία και ζει
ουσιαστικά «από μισθό σε μισθό». Η απόκλιση ξεκινά από
νωρίς, στο σημείο όπου το νοικοκυριό αποφασίζει αν θα
αποταμιεύσει με στόχο την αγορά κατοικίας.
Στροφή σε πιο
ριψοκίνδυνες επενδύσεις
Η εγκατάλειψη
της προοπτικής ιδιοκατοίκησης μπορεί να αποτελεί ορθολογική
αντίδραση σε μια αγορά που γίνεται όλο και πιο απρόσιτη.
Όταν κάποιος αποταμιεύει για χρόνια και διαπιστώνει ότι οι
τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται ταχύτερα από τις δυνατότητές
του, ο στόχος παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός πειθαρχίας.
Χωρίς ένα σαφές ορόσημο, η οικονομική συμπεριφορά αλλάζει.
Σύμφωνα με
ανάλυση δεδομένων της εταιρείας ερευνών
MRI-Simmons,
οι ενοικιαστές με καθαρή περιουσία κάτω των 300.000 δολαρίων
εμφανίζουν σημαντικά μεγαλύτερη συμμετοχή σε επενδύσεις σε
κρυπτονομίσματα σε σχέση με ιδιοκτήτες αντίστοιχης
οικονομικής κατάστασης. Η στροφή αυτή πιθανόν αντανακλά την
ελπίδα μιας γρήγορης οικονομικής ανόδου που θα τους
επιτρέψει να επιστρέψουν στην αγορά κατοικίας.
Αλλαγές στη
στάση απέναντι στην εργασία
Παράλληλα,
παρατηρούνται διαφοροποιήσεις και στη στάση απέναντι στην
εργασία. Μεταξύ των ιδιοκτητών κατοικιών, μόλις 2% έως 3%
δηλώνουν χαμηλή εργασιακή προσπάθεια, ανεξαρτήτως επιπέδου
πλούτου. Το ίδιο ισχύει και για τους εύπορους ενοικιαστές.
Ωστόσο, στους
ενοικιαστές με καθαρή περιουσία κάτω των 300.000 δολαρίων,
το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι δεν θεωρούν σημαντικό να
«δίνουν πάντα τον καλύτερό τους εαυτό» στη δουλειά φθάνει το
4% έως 6%.
Η τάση αυτή συνδέεται με ευρύτερα κοινωνικά φαινόμενα, όπως
το λεγόμενο
quiet
quitting,
δηλαδή η συνειδητή αποφυγή υπερεργασίας και η έμφαση στην
ισορροπία προσωπικής και επαγγελματικής ζωής.
Μακροοικονομικές συνέπειες
Οι συνέπειες
της στεγαστικής κρίσης ξεπερνούν τα όρια της αγοράς
κατοικίας. Το μοντέλο δείχνει ότι ένα σημαντικό ποσοστό όσων
εγκαταλείπουν την προοπτική ιδιοκατοίκησης εργάζονται
λιγότερες ώρες και καταβάλλουν χαμηλότερους φόρους
εισοδήματος, περιορίζοντας τη συνολική παραγωγικότητα της
οικονομίας και μεταφέροντας μέρος του δημοσιονομικού βάρους
σε άλλες ομάδες του πληθυσμού.
Οι πολιτικές
παρεμβάσεις
Απέναντι στην
κρίση προσιτής κατοικίας, η κυβέρνηση του προέδρου
Donald
Trump
έχει προτείνει πρόγραμμα 200 δισ. δολαρίων μέσω στεγαστικών
ομολόγων, με στόχο τη μείωση του κόστους δανεισμού για τους
αγοραστές κατοικίας.
Παράλληλα, τόσο
Ρεπουμπλικανοί όσο και Δημοκρατικοί έχουν επιχειρήσει να
χαλαρώσουν κανονισμούς που περιορίζουν την κατασκευή νέων
κατοικιών και μειώνουν την προσφορά.
Αν και οι
ερευνητές δεν αξιολόγησαν άμεσα τις συγκεκριμένες πολιτικές,
τα ευρήματά τους υποδηλώνουν ότι ακόμη και μια περιορισμένη
οικονομική ενίσχυση μπορεί να έχει ισχυρό αποτέλεσμα, εφόσον
διατηρεί την προσδοκία ιδιοκατοίκησης για τα νοικοκυριά που
βρίσκονται στο όριο εγκατάλειψης του στόχου.
Σε διαφορετική
περίπτωση, αν η αίσθηση ματαιότητας παγιωθεί στις νεότερες
γενιές, η επιστροφή σε τροχιά συσσώρευσης πλούτου μπορεί να
αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολη — με συνέπειες όχι μόνο για τα
νοικοκυριά, αλλά και για τη συνολική δυναμική της
οικονομίας.
|