|
Η China ενισχύει
σταδιακά τη θέση της στον τομέα της διεθνούς αναπτυξιακής
βοήθειας, αξιοποιώντας τη μείωση της αμερικανικής
χρηματοδότησης και τη μετατόπιση της στρατηγικής της United
States προς μια πιο επιλεκτική και ανταποδοτική προσέγγιση.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, το Πεκίνο αυξάνει την παρουσία
του μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων μικρότερης κλίμακας, με
έμφαση στην υγεία, την επισιτιστική ασφάλεια και βασικές
υποδομές, κυρίως στην Αφρική, την Ασία και την Καραϊβική.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η Νότια Αφρική, όπου κινεζική
χρηματοδότηση περίπου 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων κατευθύνθηκε
σε προγράμματα πρόληψης του HIV, σε μια χώρα που εξακολουθεί
να αντιμετωπίζει από τα υψηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης
παγκοσμίως. Αντίστοιχες κινήσεις καταγράφονται σε άλλες
περιοχές: επισιτιστική βοήθεια στη Ζάμπια μετά από ξηρασία,
αποστολές τροφίμων στη Ζιμπάμπουε, χρηματοδότηση υποδομών
στην Καραϊβική, καθώς και έργα υγείας και αποναρκοθέτησης
στην Τανζανία και την Καμπότζη.
Αν και τα ποσά
αυτά παραμένουν περιορισμένα σε σχέση με τα μεγάλα δυτικά
προγράμματα, η πολιτική τους σημασία είναι δυσανάλογα
μεγάλη. Η μείωση της αμερικανικής διεθνούς βοήθειας έχει
δημιουργήσει χώρο για την ενίσχυση της κινεζικής λεγόμενης
«ήπιας ισχύος», με την Κίνα να επιδιώκει όχι την πλήρη
αντικατάσταση των ΗΠΑ ως κυρίαρχου δωρητή, αλλά μια πιο
στοχευμένη και στρατηγική παρουσία σε κρίσιμους τομείς
επιρροής.
Ιδιαίτερη
βαρύτητα είχε στο παρελθόν το αμερικανικό πρόγραμμα PEPFAR,
το οποίο στήριξε επί χρόνια τη μάχη κατά του HIV στην Αφρική
με τεράστια χρηματοδότηση και εκτεταμένα δίκτυα υγείας. Η
σταδιακή αναπροσαρμογή της αμερικανικής πολιτικής, με έμφαση
στο δόγμα «trade not aid», σηματοδοτεί μια μετατόπιση από
την παραδοσιακή ανθρωπιστική βοήθεια προς ένα πιο
συναλλακτικό μοντέλο, όπου η χρηματοδότηση συνδέεται με
μετρήσιμα αποτελέσματα και όρους πολιτικής ή θεσμικής
προσαρμογής.
Η νέα αυτή
προσέγγιση έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε ορισμένες χώρες,
κυρίως λόγω ανησυχιών για πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα
υγείας ή για πιθανή σύνδεση της βοήθειας με στρατηγικά
ζητήματα, όπως η πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Αν και η
Ουάσιγκτον αρνείται τέτοιες συνδέσεις, το ζήτημα έχει
ενισχύσει τον σκεπτικισμό απέναντι στη δυτική αναπτυξιακή
πολιτική.
Οι επιπτώσεις
των περικοπών είναι ήδη ορατές σε περιοχές όπως η Λαϊκή
Δημοκρατία του Κονγκό, όπου η επανεμφάνιση επιδημιών, όπως ο
Έμπολα, ανέδειξε τα κενά στην παγκόσμια υγειονομική ασφάλεια
και τη σημασία της σταθερής διεθνούς χρηματοδότησης.
Σε αντίθεση με
το μοντέλο άμεσης βοήθειας, η Κίνα έχει αναπτύξει παράλληλα
μια πιο ευρεία στρατηγική μέσω της πρωτοβουλίας Belt and
Road Initiative, η οποία από το 2013 έχει χρηματοδοτήσει
εκτεταμένα έργα υποδομών σε δεκάδες χώρες. Το μοντέλο αυτό
βασίζεται κυρίως σε δάνεια, επενδύσεις και συμμετοχή
κινεζικών εταιρειών, ενισχύοντας ταυτόχρονα την οικονομική
και γεωπολιτική επιρροή του Πεκίνου.
Ωστόσο, η
προσέγγιση αυτή έχει δημιουργήσει και αντιδράσεις, καθώς
ορισμένες χώρες έχουν αντιμετωπίσει δυσκολίες αποπληρωμής
και αυξανόμενη εξάρτηση από κινεζική χρηματοδότηση. Σε
απάντηση, το Πεκίνο επιχειρεί τα τελευταία χρόνια μια
προσαρμογή στρατηγικής, δίνοντας έμφαση σε μικρότερα, πιο
ευέλικτα έργα και σε προγράμματα χαμηλότερου ρίσκου, γνωστά
και ως «small and beautiful», ενώ ενισχύει και τη χρήση
επιχορηγήσεων μέσω διεθνών μηχανισμών.
Η συνολική
εικόνα που διαμορφώνεται είναι ενός μεταβαλλόμενου διεθνούς
συστήματος βοήθειας, όπου οι ΗΠΑ κινούνται προς μια πιο
επιλεκτική και ανταποδοτική λογική, ενώ η Κίνα αυξάνει
σταδιακά την επιρροή της μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων και
επενδυτικών εργαλείων, επιχειρώντας να καλύψει τα κενά που
αφήνει η αναδιάταξη της αμερικανικής στρατηγικής.
|