|
Στον πρώτο χρόνο
της δεύτερης θητείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ υλοποίησε ένα
πρωτοφανές πείραμα: επέβαλε δασμούς σε εισαγόμενα προϊόντα
σε επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί εδώ και έναν αιώνα, με
μέσο όρο 17% – το υψηλότερο από το 1932 και το νομοσχέδιο
Σμουτ-Χόλεϊ του 1930. Στόχος του ήταν η στήριξη της
αμερικανικής βιομηχανίας και η επιστροφή θέσεων εργασίας
εντός των ΗΠΑ.
Η πολιτική αυτή
προκάλεσε διχασμό: το 54% των Αμερικανών διαφωνεί με τους
δασμούς και το 51% θεωρεί ότι έχουν αυξήσει την ακρίβεια. Οι
δασμοί οδήγησαν σε αύξηση των κρατικών εσόδων – 287 δισ.
δολάρια μέσα σε ένα χρόνο, τριπλάσια από το 2024 – και σε
προσωρινή μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Ωστόσο, οι
επιχειρήσεις επιβαρύνθηκαν σημαντικά, πολλές επιτάχυναν ή
αναβάλαν τις εισαγωγές τους ή αναζήτησαν εναλλακτικούς
προμηθευτές.
Παράλληλα, οι
δασμοί προκάλεσαν άνοδο των τιμών των εισαγομένων προϊόντων
από τον Απρίλιο του 2025, αν και η αύξηση ήταν μικρότερη από
τις αρχικές προβλέψεις, καθώς οι επιχειρήσεις απέφευγαν
μεγάλες αυξήσεις για να διατηρήσουν την πελατεία τους. Ο
πληθωρισμός παρέμεινε σχετικά σταθερός, κυρίως λόγω της
αποκλιμάκωσης των τιμών στις υπηρεσίες, αλλά οι
οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι χωρίς τους δασμούς, ο δείκτης
τιμών καταναλωτή θα ήταν χαμηλότερος (2,2% αντί 2,9% τον
Αύγουστο).
Στον βιομηχανικό
τομέα, η πολιτική των δασμών δεν πέτυχε τον στόχο της. Παρά
τα μέτρα, η μεταποιητική παραγωγή των ΗΠΑ συνεχίζει να
συρρικνώνεται, με απώλεια θέσεων εργασίας, ενώ η ανάκαμψη
που επικαλούνται οι υποστηρικτές του Τραμπ βασίζεται κυρίως
σε πρόσφατες αυξήσεις κεφαλαιακών δαπανών και βιομηχανικής
παραγωγής, χωρίς ακόμη να αντιστρέφεται η μακροχρόνια
πτωτική τάση.
Συμπερασματικά, οι δασμοί
προσέφεραν πρόσθετα έσοδα και προσωρινή μείωση του εμπορικού
ελλείμματος, αλλά δεν αποτέλεσαν πανάκεια για τη βιομηχανία
ούτε βελτίωσαν ουσιαστικά την καθημερινότητα των Αμερικανών
καταναλωτών.
|