| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

Από το Marx ως το Soros

Καθημερινή Στήλη με άρθρα για την παγκόσμια οικονομία

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 
 

 

Οι εμπορικές συμφωνίες του Τραμπ: νίκες, συμβιβασμοί και «γκρίζες ζώνες»

00:01 - 13/02/26
                               

Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δεσμευθεί ότι μέσα σε 90 ημέρες θα συνήψει 90 διμερείς εμπορικές συμφωνίες. Αν και κινήθηκε έντονα προς αυτή την κατεύθυνση, τελικά κατέληξε σε πέντε ολοκληρωμένες συμφωνίες, ενώ με βασικούς εταίρους των ΗΠΑ, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ινδία, συμφωνήθηκαν περισσότερο γενικά και χαλαρά πλαίσια συνεργασίας.

 

Ως προς το κατά πόσο οι συμφωνίες αυτές εξυπηρέτησαν τα αμερικανικά συμφέροντα, η απάντηση εξαρτάται από το πώς ορίζει κανείς την «επιτυχία». Για όσους ταυτίζουν τα εμπορικά ελλείμματα με αποτυχία και τα πλεονάσματα με επιτυχία, ο Τραμπ μπορεί να θεωρηθεί κερδισμένος.

 

Υπό την ηγεσία του, οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν ευρύτερη πρόσβαση για τα προϊόντα τους σε ξένες αγορές, δεσμεύσεις για άρση μη δασμολογικών εμποδίων και υποσχέσεις για σημαντικές επενδύσεις εντός αμερικανικού εδάφους. Ωστόσο, το κόστος για τους εμπορικούς εταίρους δεν ήταν ομοιόμορφο.

 

Η Αργεντινή και το Ηνωμένο Βασίλειο συγκαταλέγονται στις χώρες που κατάφεραν να διαπραγματευτούν ευνοϊκότερους όρους. Εξασφάλισαν σχετικά χαμηλούς δασμούς, της τάξης του 10%, καθώς και ειδικά προνόμια, όπως η εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων βοδινού κρέατος χωρίς επιβαρύνσεις. Οι βρετανικές αυτοκινητοβιομηχανίες, για παράδειγμα, απέκτησαν τη δυνατότητα να διαθέτουν έως 100.000 οχήματα ετησίως στις ΗΠΑ με δασμό 10%, ενώ επωφελήθηκαν και από μειώσεις σε δασμούς εξαρτημάτων και χάλυβα. Σε αντάλλαγμα, παρείχαν μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά τους για αμερικανικές επιχειρήσεις, αποφεύγοντας όμως τις πιο αυστηρές απαιτήσεις που επιβλήθηκαν αλλού.

 

Στον αντίποδα, η Μαλαισία και η Καμπότζη φαίνεται να επωμίστηκαν το μεγαλύτερο βάρος. Χωρίς ισχυρά διαπραγματευτικά «χαρτιά» και με περιορισμένες εναλλακτικές αγορές, αποδέχθηκαν δασμούς 19% προκειμένου να διασφαλίσουν ορισμένες εξαιρέσεις, προσφέροντας εκτεταμένες παραχωρήσεις, όπως μηδενικούς δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα και χαλάρωση κανονισμών που αφορούν ακόμη και ζητήματα δημόσιας υγείας

 

Με μεγάλους και ισχυρούς εμπορικούς εταίρους –όπως η Ε.Ε., η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν– οι συμφωνίες περιορίστηκαν σε σύντομα κείμενα προθέσεων, γεμάτα γενικές διατυπώσεις για μελλοντικές διαπραγματεύσεις, χωρίς ακόμη την έγκριση του Κογκρέσου. Οι χώρες αυτές, λόγω της επιρροής τους στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και σε κρίσιμους τομείς όπως οι μικροεπεξεργαστές, είχαν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Έτσι, κατάφεραν να περιορίσουν τους δασμούς στο 15% και να εξαιρέσουν καίρια προϊόντα τους –αυτοκίνητα, φάρμακα και ημιαγωγούς– από επιβαρύνσεις.

 

Σε αντάλλαγμα, δεσμεύτηκαν να μειώσουν ή να καταργήσουν δασμούς σε αμερικανικά βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα και να χαλαρώσουν ορισμένους περιορισμούς στις εισαγωγές αμερικανικών οχημάτων. Παράλληλα, διατυπώθηκαν φιλόδοξες υποσχέσεις, όπως η πρόθεση της Ε.Ε. για εισαγωγές αμερικανικής ενέργειας αξίας 750 δισ. δολαρίων ή η εξαγγελία της Ταϊβάν για επενδύσεις 250 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ — δεσμεύσεις που αρκετοί θεωρούν δύσκολο να υλοποιηθούν πλήρως.

 

Η Ινδία κινήθηκε ενδιάμεσα: προχώρησε σε επιλεκτικές παραχωρήσεις και άνοιξε περισσότερο την αγορά της σε αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και σε πολιτικά ευαίσθητες εξαγωγές, όπως το γενετικά τροποποιημένο καλαμπόκι, διατηρώντας όμως αμοιβαίους δασμούς 18% και εξαιρέσεις για συγκεκριμένα προϊόντα, όπως γενόσημα φάρμακα και εξαρτήματα αεροσκαφών.

 

Παρά τις διακηρύξεις περί επιτυχίας, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Επισημαίνουν ότι οι δασμοί επιβαρύνουν τελικά τους Αμερικανούς καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, περιορίζοντας τον ανταγωνισμό στην εγχώρια αγορά. Την ίδια στιγμή, οι εμπορικοί εταίροι που αναγκάστηκαν να ανοίξουν τις αγορές τους ενδέχεται μακροπρόθεσμα να αποκομίσουν σημαντικά οφέλη.

 

Έτσι, οι συμφωνίες του Τραμπ μπορούν να ιδωθούν τόσο ως διαπραγματευτική επιτυχία όσο και ως μια στρατηγική με αμφίσημα αποτελέσματα, των οποίων η πραγματική αποτίμηση θα φανεί σε βάθος χρόνου.

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2022 Greek Finance Forum