|
Οι αναδυόμενες
αγορές καταγράφουν διαδοχικά ιστορικά υψηλά στις μετοχές,
ενώ τα spreads των ομολόγων έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα
επίπεδα των τελευταίων ετών, παρότι το διεθνές οικονομικό
περιβάλλον δοκιμάζεται από έντονες αναταράξεις στην
ενεργειακή προσφορά. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι
πόσο ανθεκτική μπορεί να αποδειχθεί αυτή η εικόνα
αισιοδοξίας.
Τον Μάρτιο είχε
προηγηθεί έντονο κύμα ρευστοποιήσεων στις αναδυόμενες
αγορές, με τις εκροές κεφαλαίων να φτάνουν σε επίπεδα που
είχαν να καταγραφούν δύο δεκαετίες, σύμφωνα με το Διεθνές
Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο (IIF). Ωστόσο, η διόρθωση αυτή
ακολουθήθηκε από ένα ιδιαίτερα ισχυρό ανοδικό ράλι, το οποίο
αιφνιδίασε μεγάλο μέρος της αγοράς.
Οι δείκτες MSCI
Emerging Markets και MSCI Asia έχουν ενισχυθεί σημαντικά,
καταγράφοντας νέα ιστορικά υψηλά και επιστρέφοντας πάνω από
20% από τα χαμηλά του Μαρτίου. Παράλληλα, όμως, η εικόνα δεν
είναι ομοιογενής: οικονομίες με υψηλή έκθεση στην ενεργειακή
κρίση βλέπουν πιέσεις στα νομίσματά τους και υποαπόδοση στα
περιουσιακά στοιχεία τους, χωρίς ωστόσο να έχει εκδηλωθεί
γενικευμένος πανικός στις αγορές.
Το
μακροοικονομικό περιβάλλον παραμένει απαιτητικό. Ο
πληθωρισμός, η ανάπτυξη και η νομισματική πολιτική στις
αναδυόμενες οικονομίες βρίσκονται υπό πίεση, ακόμη και σε
περίπτωση αποκλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση
Ανατολή. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει ήδη αναθεωρήσει
προς τα κάτω τις προβλέψεις ανάπτυξης για το 2026,
επισημαίνοντας ότι μια περαιτέρω επιδείνωση των γεωπολιτικών
συνθηκών θα είχε δυσανάλογα μεγαλύτερο κόστος για τις
αναδυόμενες οικονομίες σε σχέση με τις ανεπτυγμένες.
Παρά τις
προκλήσεις, οι επενδυτές εμφανίζονται προς το παρόν
ασυνήθιστα ψύχραιμοι. Η σχετική ανθεκτικότητα του
πληθωρισμού σε σύγκριση με το προηγούμενο ενεργειακό σοκ του
2021–2022 λειτουργεί ως παράγοντας καθησυχασμού. Ο μέσος
πληθωρισμός στις αναδυόμενες αγορές, εξαιρουμένης της Κίνας,
κινείται σημαντικά χαμηλότερα από τα προηγούμενα υψηλά,
γεγονός που ενισχύει την αίσθηση σταθερότητας.
Ωστόσο, η εικόνα
αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί εύθραυστη. Η πρόσφατη άνοδος
των τιμών του πετρελαίου είναι εντονότερη σε σχέση με το
προηγούμενο ενεργειακό σοκ, γεγονός που δημιουργεί ανοδικές
πιέσεις στον πληθωρισμό για το επόμενο διάστημα. Παράλληλα,
πιθανή αύξηση των διεθνών τιμών των τροφίμων θα επιβαρύνει
δυσανάλογα τις αναδυόμενες οικονομίες, καθώς τα τρόφιμα
αποτελούν μεγαλύτερο ποσοστό των συνολικών δαπανών των
νοικοκυριών σε αυτές τις χώρες.
Ήδη αρκετά
νομίσματα, όπως η ινδική ρουπία, η ινδονησιακή ρουπία και το
πέσο Φιλιππίνων, έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά, ενώ
ευρύτερα το σύνολο σχεδόν των αναδυόμενων νομισμάτων έχει
αποδυναμωθεί μετά την έναρξη της ενεργειακής αναταραχής. Η
υποτίμηση αυτή έχει διττό αποτέλεσμα: από τη μία πλευρά
στηρίζει τις εξαγωγές και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα,
από την άλλη όμως αυξάνει τον εισαγόμενο πληθωρισμό.
Ο κίνδυνος
βρίσκεται στην πιθανή μετάβαση από μια ελεγχόμενη προσαρμογή
σε έναν φαύλο κύκλο, όπου η ταχεία αύξηση τιμών θα οδηγήσει
σε εκροές κεφαλαίων και περαιτέρω αποδυνάμωση νομισμάτων.
Μέχρι στιγμής, πάντως, η ήπια υποτίμηση φαίνεται να
λειτουργεί ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης», αποτρέποντας
υπερβολική σύσφιγξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.
Η παρούσα
ισορροπία παραμένει λεπτή. Οι αγορές κινούνται ανάμεσα σε
ένα αφήγημα ανθεκτικότητας και σε θεμελιώδεις κινδύνους που
δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στις τιμές. Το αν αυτή η
ευφορία θα αποδειχθεί διατηρήσιμη ή πρόσκαιρη θα εξαρτηθεί
σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη των ενεργειακών και
πληθωριστικών πιέσεων τους επόμενους μήνες.
|