|
Για σχεδόν είκοσι
χρόνια, ελάχιστες αγορές ήταν τόσο αδρανείς όσο η αγορά
κρατικών ομολόγων της Ιαπωνίας. Υπό το καθεστώς εξαιρετικά
χαμηλών επιτοκίων της Bank
of Japan, το κόστος δανεισμού είχε καθηλωθεί κοντά
στο μηδέν και οι αποδόσεις των ιαπωνικών κρατικών τίτλων
(JGB) κινούνταν σχεδόν αμετάβλητες. Όσοι επενδυτές
στοιχημάτιζαν σε άνοδο των αποδόσεων υπέστησαν επανειλημμένα
ζημιές, με τη συγκεκριμένη στρατηγική να αποκτά το
παρατσούκλι «widow-maker».
Στη δεύτερη
μεγαλύτερη αγορά κρατικού χρέους παγκοσμίως, υπήρχαν
περίοδοι όπου δεν πραγματοποιούνταν ούτε μία συναλλαγή σε
ομόλογο αναφοράς μέσα σε ολόκληρη ημέρα. Αυτή η εποχή,
ωστόσο, φαίνεται να έχει τελειώσει.
Η πρόσφατη
εξαγγελία της πρωθυπουργού
Sanae Takaichi για φορολογικές ελαφρύνσεις προκάλεσε
ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του τεράστιου δημόσιου χρέους
της χώρας, που ανέρχεται σε περίπου 9 τρισ. δολάρια. Οι
αγορές αντέδρασαν άμεσα: η απόδοση του 30ετούς ομολόγου
εκτινάχθηκε πάνω από 25 μονάδες βάσης μέσα σε μία
συνεδρίαση.
Η αναταραχή ήταν
τέτοια, ώστε ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ
Scott Bessent
επικοινώνησε με τις ιαπωνικές αρχές ζητώντας διαβεβαιώσεις
για τη σταθερότητα της κατάστασης, καθώς οι κραδασμοί
απειλούσαν να μεταδοθούν στις διεθνείς αγορές. Οι αποδόσεις
ενισχύθηκαν εκ νέου μετά τη σαρωτική εκλογική νίκη της
Τακαΐτσι, που οι επενδυτές ερμήνευσαν ως εντολή για
αυξημένες δημόσιες δαπάνες.
Αν η ανοδική πορεία
των αποδόσεων συνεχιστεί, αναλυτές προειδοποιούν για τον
κίνδυνο «παγίδας χρέους»: ένα σπιράλ όπου το αυξανόμενο
κόστος εξυπηρέτησης διογκώνει τόσο πολύ τις δημοσιονομικές
ανάγκες, ώστε η κυβέρνηση αναγκάζεται να δανείζεται ολοένα
και περισσότερο για να καλύψει τους τόκους.
Παρά τους
κινδύνους, η επιστροφή της μεταβλητότητας έχει αναζωπυρώσει
το ενδιαφέρον στην αγορά. Έμπειροι traders –πολλοί εκ των
οποίων βρίσκονται πλέον κοντά στη συνταξιοδότηση–
επανέρχονται στο προσκήνιο, καθώς μεγάλοι διεθνείς οίκοι
επιδιώκουν να αξιοποιήσουν την τεχνογνωσία τους.
Ο 67χρονος
Χιρογιούκι Κουμπότα, που δραστηριοποιείται στα JGB εδώ και
τέσσερις δεκαετίες, σημειώνει ότι «η αγορά ξαναγίνεται πεδίο
μάχης όπως παλιά». Ξεκίνησε να διαπραγματεύεται ομόλογα το
1986, όταν μεταρρυθμίσεις άνοιξαν την ιαπωνική αγορά
κρατικού χρέους σε ξένους επενδυτές. Τότε, η
Nomura Securities
βρισκόταν στην κορυφή της χρηματοπιστωτικής ιεραρχίας της
εποχής της «φούσκας», διοργανώνοντας σεμινάρια για την
προώθηση ιαπωνικών ομολόγων σε κεντρικούς τραπεζίτες
παγκοσμίως.
Η στασιμότητα
άρχισε μετά το σκάσιμο της φούσκας και την ασιατική κρίση
του 1997. Το 1999, η Τράπεζα της Ιαπωνίας έγινε η πρώτη
μεγάλη κεντρική τράπεζα που υιοθέτησε μηδενικά επιτόκια, ενώ
το 2016 τα μείωσε κάτω από το μηδέν — ουσιαστικά
επιβάλλοντας κόστος στους επενδυτές για τη διακράτηση
τίτλων.
Στη δεκαετία του
2010, ο διαχειριστής hedge fund
Kyle Bass της
Hayman Capital Management
είχε στοιχηματίσει σε εκτίναξη των αποδόσεων λόγω του
διογκούμενου χρέους, μια θέση που τότε θεωρήθηκε υπερβολική.
Σήμερα, με το ιαπωνικό χρέος να έχει φτάσει σε ιστορικό
υψηλό — 8,77 τρισ. δολάρια πέρυσι — και τις αποδόσεις να
κινούνται ανοδικά, η προειδοποίησή του ακούγεται λιγότερο
ακραία.
Η αγορά που κάποτε
έμοιαζε παγωμένη, επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο. Και
μαζί της, επανέρχονται τα μεγάλα στοιχήματα.
|