|
Ελληνικές τράπεζες: Η εύκολη εποχή του δανεισμού τελειώνει
Για χρόνια, η εξίσωση ήταν απλή: αποκλιμάκωση επιτοκίων,
άφθονα ευρωπαϊκά κεφάλαια, βελτιούμενο κλίμα — όλα μαζί
σπρώχνανε την πιστωτική επέκταση προς τα πάνω. Αυτή η εύκολη
περίοδος φαίνεται να τελειώνει, και οι ελληνικές τράπεζες
καλούνται να μάθουν να δανείζουν σε ένα πολύ πιο σύνθετο
περιβάλλον.
Το κόστος χρήματος δεν πάει προς τα κάτω
Κεντρική
τράπεζα
|
Επιτόκιο
|
Ημερομηνία
|
ΕΚΤ (καταθέσεων)
|
2,50%
|
Τρέχον
|
Fed (βασικό)
|
3,75%-4%
|
16 Σεπτεμβρίου
|
Η αγορά έχει ήδη αρχίσει να συζητά ακόμα και σενάριο ανόδου
της ΕΚΤ προς το 3% — παρά τα μηνύματα της ίδιας της τράπεζας
ότι αποφασίζει συνεδρίαση με συνεδρίαση, χωρίς προεξόφληση.
Το μήνυμα για τις τράπεζες: η αξιολόγηση πιστωτικού κινδύνου
γίνεται πιο απαιτητική, όχι απλώς πιο ακριβή. Μια επιχείρηση
ή ένα νοικοκυριό που άντεχε άνετα ένα δάνειο πριν δύο
χρόνια, σήμερα χρειάζεται μεγαλύτερο «μαξιλάρι» ασφαλείας.
Τρία νέα μέτωπα κινδύνου
Ενεργειακό
κόστος
— Το κρίσιμο δεν είναι μόνο το ύψος των τιμών, αλλά η
διάρκεια της πίεσης. Όσο παραμένουν υψηλές οι τιμές
πετρελαίου, αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, τόσο
συρρικνώνονται τα περιθώρια κέρδους — ειδικά σε ενεργοβόρους
κλάδους. Οι τράπεζες πλέον εξετάζουν όχι μόνο τζίρο, αλλά
πόσο ευάλωτα είναι τα περιθώρια μιας επιχείρησης σε νέο
ενεργειακό σοκ.
Γεωπολιτική
αβεβαιότητα
— Δεν αφορά πια μόνο πολυεθνικές. Αναταράξεις εφοδιαστικών
αλυσίδων, κυρώσεις, εμπορικοί περιορισμοί μπορούν να
χτυπήσουν άμεσα ελληνικές εξαγωγικές ή εισαγωγικές
επιχειρήσεις. Η γεωγραφική κατανομή εσόδων και η εξάρτηση
από συγκεκριμένες αγορές μπαίνουν πλέον στην πιστωτική
εικόνα. Στο εσωτερικό, η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει εκλογών
προσθέτει επιπλέον προσοχή σε αποφάσεις μεγάλου ορίζοντα και
μόχλευσης.
Τεχνητή
νοημοσύνη
— Νέος, λιγότερο «χειροπιαστός» κίνδυνος: η σταδιακή
αυτοματοποίηση μπορεί να αλλάξει επιχειρηματικά μοντέλα
ολόκληρων κλάδων. Για τις τράπεζες, το ζήτημα είναι αν μια
επιχείρηση έχει προσαρμοστεί τεχνολογικά ώστε να διατηρήσει
παραγωγικότητα και περιθώρια. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος
έχει ήδη εντάξει το ενδεχόμενο υποκατάστασης ανθρώπινης
εργασίας στους διεθνείς κινδύνους που παρακολουθεί.
Το μεγάλο «τεστ»: τι γίνεται όταν λιγοστέψουν τα ευρωπαϊκά
κεφάλαια
Εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη διαρθρωτική αλλαγή. Η ελληνική
οικονομία στηρίχθηκε σημαντικά στο Ταμείο Ανάκαμψης ως
καταλύτη επενδύσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όμως προβλέπει
σαφή επιβράδυνση:
Έτος
|
Ανάπτυξη
Ελλάδας (πρόβλεψη ΕΕ)
|
2025
|
2,1%
|
2026
|
1,8%
|
2027
|
1,6%
|
Καθώς η εφαρμογή του RRF ολοκληρώνεται, η πιστωτική επέκταση
θα πρέπει σταδιακά να στηρίζεται σε πραγματικές ανάγκες της
οικονομίας, όχι στον πολλαπλασιαστικό μηχανισμό ευρωπαϊκών
πόρων. Προς το παρόν, τα νούμερα παραμένουν ισχυρά — τον
Ιούλιο η ετήσια αύξηση τραπεζικής χρηματοδότησης προς
επιχειρήσεις έφτασε το 8,9% (9,1% για μη χρηματοπιστωτικές
επιχειρήσεις). Το ερώτημα είναι πόσο από αυτόν τον ρυθμό θα
αντέξει όταν μειωθεί η συμβολή των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Το «αντίδοτο»: ποιότητα, όχι όγκος
Η Τράπεζα της Ελλάδος βλέπει τις επενδύσεις —κατασκευές,
ενέργεια, υποδομές, τουρισμός— ως βασικό μοχλό στήριξης της
ζήτησης για νέα τραπεζική χρηματοδότηση, με ιδιαίτερα ισχυρή
αύξηση αναμενόμενη το 2026. Το πραγματικό στοίχημα για τις
τράπεζες δεν είναι απλώς να δανείσουν περισσότερο — είναι να
τιμολογήσουν καλύτερα τον κίνδυνο σε μια εποχή όπου το φθηνό
χρήμα δεν είναι πια δεδομένο.
Το συμπέρασμα
Το επόμενο κεφάλαιο για τις ελληνικές τράπεζες δεν θα κριθεί
από το πόσα νέα δάνεια θα καταγράψουν στους ισολογισμούς
τους. Θα κριθεί από το ποιοι θα τα πάρουν, σε ποιους κλάδους
θα κατευθυνθούν, και πόσο ανθεκτικές θα αποδειχθούν οι
επιχειρήσεις όταν οι σημερινές ευρωπαϊκές και νομισματικές
«ενέσεις» σταματήσουν να λειτουργούν ως μαξιλάρι ασφαλείας.
Εμπορικά ακίνητα: Οι τράπεζες στρέφονται σε
φιλοξενία/κατοικία, οι θεσμικοί προτιμούν γραφεία
Πρόσφατη έκθεση της Avison Young Greece καταγράφει μια
ενδιαφέρουσα απόκλιση στρατηγικών ανάμεσα σε διαφορετικές
κατηγορίες επενδυτών στην ελληνική αγορά εμπορικών ακινήτων
για το 2026.
Το προφίλ των αγοραστών
Κατηγορία αγοραστή
|
Μερίδιο
συναλλαγών
|
Εταιρείες ανάπτυξης (developers)
|
33%
|
Θεσμικοί επενδυτές
|
17%
|
Τράπεζες
|
14%
|
Χρήστες ακινήτων
|
12%
|
Η κυριαρχία των developers (33%) δείχνει ότι η αγορά
παραμένει σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένη στην
ανάπτυξη/ανακατασκευή, παρά σε καθαρά επενδυτικές
τοποθετήσεις έτοιμων περιουσιακών στοιχείων.
Η στρατηγική στροφή τραπεζών και ΑΕΕΑΠ
Σύμφωνα με την έκθεση, τράπεζες και ΑΕΕΑΠ προσαρμόζουν τις
στρατηγικές τους προς τους κλάδους φιλοξενίας (ξενοδοχεία)
και κατοικίας — απομάκρυνση από πιο παραδοσιακές κατηγορίες
εμπορικών ακινήτων.
Γραφεία: Η κυρίαρχη κατηγορία συναλλαγών
Στοιχείο
|
Τιμή
|
Μερίδιο συναλλαγών εμπορικών ακινήτων (2026)
|
49% (γραφεία)
|
Μίσθωμα prime γραφείων
|
~33 €/τ.μ.
|
Prime απόδοση (yield) γραφείων με ESG χαρακτηριστικά
|
~6,25%
|
Είναι σημαντικό ότι οι ζητούμενες τιμές μπορεί να είναι
«σημαντικά υψηλότερες» από τα επιτεύξιμα 33 €/τ.μ. —
απόσταση ανάμεσα σε προσδοκίες ιδιοκτητών και τελικά
συμφωνηθέντα μισθώματα, στοιχείο που υποδηλώνει κάποια
αντίσταση της αγοράς σε υπερβολικά αιτήματα.
Παραδείγματα κινήσεων στην αγορά
Κατηγορία
|
Παίκτες
|
Μεγάλοι μισθωτές που απέκτησαν κτίρια
|
Lidl, Dedeman (λιανεμπόριο), ΔΕΔΔΗΕ (δημόσιος
τομέας)
|
Εταιρείες ανάπτυξης/διαχείρισης
|
Dimand, Ten Brinke, Intracom,
Ελλάκτωρ
|
Η απόκτηση ιδιόκτητων κτιρίων από μεγάλους μισθωτές (αντί
ενοικίασης) αποτελεί ενδιαφέρουσα τάση — πιθανή ένδειξη ότι
οι εταιρείες αυτές βλέπουν μακροπρόθεσμο πλεονέκτημα στην
ιδιοκτησία έναντι της μίσθωσης, ίσως και ως αντιστάθμιση
έναντι αυξανόμενων μισθωμάτων.
Οι προκλήσεις στον κλάδο γραφείων
Η έκθεση επισημαίνει δύο αντικρουόμενες δυναμικές:
Περιορισμένη
προσφορά
ποιοτικών χώρων → στηρίζει νέες αναπτύξεις/ανακατασκευές
Γεωπολιτική
αβεβαιότητα + αυξημένο κόστος
→ ενδέχεται να καθυστερήσουν νέα έργα και να περιορίσουν την
ανάπτυξη οικονομικά προσιτών γραφειακών χώρων
Το αποτέλεσμα αυτής της αντίφασης είναι πιθανή περαιτέρω
πόλωση της αγοράς: ενίσχυση της ζήτησης (και τιμών) για
prime χώρους, ταυτόχρονα με στενότερη προσφορά σε πιο
προσιτές κατηγορίες.
Η ευαισθησία των μισθωτών στο κόστος
Με τις τιμές ενέργειας και τον πληθωρισμό να ανεβαίνουν, οι
μισθωτές γίνονται πιο προσεκτικοί ως προς το συνολικό κόστος
χρήσης — στοιχείο που εξηγεί γιατί τα γραφεία με
χαρακτηριστικά ESG, κοντά σε συγκοινωνιακούς κόμβους,
πετυχαίνουν καλύτερες αποδόσεις (6,25%): δεν πρόκειται απλώς
για «πράσινη» προτίμηση, αλλά για πρακτική εξοικονόμηση
λειτουργικού κόστους που οι μισθωτές πλέον αποτιμούν
οικονομικά.
Η ανάγνωση της αγοράς
Η απόκλιση στρατηγικών ανάμεσα σε τράπεζες/ΑΕΕΑΠ (στροφή σε
φιλοξενία/κατοικία) και θεσμικούς επενδυτές (προτίμηση
γραφείων) αντανακλά πιθανότατα διαφορετικές προσδοκίες
απόδοσης-κινδύνου: η κατοικία και η φιλοξενία προσφέρουν
έκθεση στην ισχυρή τουριστική και οικιστική ζήτηση που έχει
ήδη καταγραφεί σε άλλα πρόσφατα στοιχεία της ελληνικής
αγοράς, ενώ τα γραφεία prime προσφέρουν σταθερότερες,
μακροπρόθεσμες ροές εισοδήματος με θεσμικούς μισθωτές. Το
βασικό ρίσκο για τον κλάδο γραφείων παραμένει η στενή
προσφορά ποιοτικών χώρων σε συνδυασμό με αυξανόμενο κόστος
κατασκευής — συνδυασμός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε
περαιτέρω άνοδο μισθωμάτων prime γραφείων, ενώ ταυτόχρονα θα
περιορίζει τις επιλογές για μικρότερες επιχειρήσεις που
αναζητούν οικονομικά προσιτούς χώρους — δυναμική που αξίζει
παρακολούθησης τους επόμενους μήνες, ιδίως αν η γεωπολιτική
αβεβαιότητα συνεχίσει να επηρεάζει το κόστος κατασκευής.
Τράπεζα
Κύπρου: Ένα deal
card με
βλέμμα στην ευρωπαϊκή σκακιέρα
Υπάρχει κάτι στην πορεία της Τράπεζας Κύπρου που ξεφεύγει
από τη συνηθισμένη αφήγηση "καλά αποτελέσματα, καλό
μέρισμα". Είναι η αίσθηση ότι η τράπεζα χτίζει, σχεδόν
αθόρυβα, ένα προφίλ που θα της φανεί χρήσιμο την ώρα που θα
ανοίξει η μεγάλη συζήτηση για τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις
στην Ευρώπη.
Ξεκινάμε από το προφανές: μέχρι το τέλος του 2026 το
διασυνοριακό δανειακό χαρτοφυλάκιο της τράπεζας αναμένεται
να φτάσει περίπου το 1 δισ. ευρώ, με την Ελλάδα να απορροφά
το μεγαλύτερο κομμάτι. Δεν είναι τυχαίο νούμερο. Είναι το
αποτύπωμα μιας τράπεζας που έχει αποφασίσει να μη μείνει
κλεισμένη στα σύνορα μιας μικρής, αν και ισχυρής, εγχώριας
αγοράς.
Και εδώ μπαίνει το ερώτημα που πραγματικά έχει σημασία: σε
ένα σκηνικό όπου η UniCredit οριστικοποιεί την Commerzbank
και ανοίγει τον δρόμο για νέο κύμα ευρωπαϊκής τραπεζικής
συγκέντρωσης, ποιος θα κάτσει στο τραπέζι με
διαπραγματευτικό πλεονέκτημα και ποιος απλώς θα
παρακολουθεί; Η εξωστρέφεια δεν είναι στολίδι σε ένα δελτίο
τύπου — είναι το διαβατήριο που καθορίζει αν μια τράπεζα
γίνεται στόχος συζήτησης ή απλώς θεατής.
Το Forbes ήρθε να βάλει αριθμό σε αυτή την αίσθηση. Στην
πρώτη ετήσια κατάταξη "World's Top Performing Banks 2026", η
Τράπεζα Κύπρου βρέθηκε 19η ανάμεσα σε 102 τράπεζες μεσαίου
μεγέθους παγκοσμίως (Tier 4, ενεργητικό 20-50 δισ. δολαρίων)
— μοναδική κυπριακή τράπεζα στη λίστα, μοναδική και από τον
ελλαδικό χώρο στη συγκεκριμένη κατηγορία. Η μεθοδολογία δεν
αφήνει πολλά περιθώρια για αμφισβήτηση: 500 τράπεζες, 89
χώρες, αποκλειστικά αντικειμενικά χρηματοοικονομικά κριτήρια
— κερδοφορία 30%, ανάπτυξη και ποιότητα κερδών 20%,
κεφαλαιακή/χρηματοδοτική ανθεκτικότητα 25%, ποιότητα
ενεργητικού και αποδοτικότητα 25%.
Τα νούμερα πίσω από τη διάκριση εξηγούν γιατί δεν είναι
τυχαία:
CET1 στο 20,9%, συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας
25,8% — μαξιλάρια που λίγες ευρωπαϊκές τράπεζες μεσαίου
μεγέθους μπορούν να επιδείξουν. Μη εξυπηρετούμενα δάνεια
μόλις 1% του χαρτοφυλακίου — καθαρός ισολογισμός, χωρίς
παλιά βαρίδια. Απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων 18,8%,
δείκτης κόστους προς έσοδα στο 36% — δηλαδή μια μηχανή που
δουλεύει με πολύ μικρή τριβή.
Και μετά έρχεται το κομμάτι που κοιτάζει ευθεία στα μάτια
τον μέτοχο: προμέρισμα στις 21 Οκτωβρίου από το 90% των
κερδών χρήσης 2026, με στόχο η διανομή να φτάσει στο 100%
των κερδών για 2027 και 2028. Δεν είναι απλώς γενναιοδωρία·
είναι δήλωση εμπιστοσύνης της ίδιας της διοίκησης στη
σταθερότητα της οργανικής δημιουργίας κεφαλαίου.
Υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση σε όλο αυτό, λιγότερο
προφανής αλλά εξίσου σημαντική: η παγκόσμια αναγνώριση της
Τράπεζας Κύπρου λειτουργεί έμμεσα και ως αναγνώριση της
ίδιας της κυπριακής οικονομίας — και αυτό, με τη σειρά του,
δίνει επιπλέον βάρος στις ελληνικές τράπεζες που έχουν ήδη
επενδύσει στην ενίσχυση της παρουσίας τους στο νησί.
Το συμπέρασμα δεν χρειάζεται μεγάλα λόγια. Μια τράπεζα με
αυτά τα κεφαλαιακά μεγέθη, αυτή τη διεθνή αναγνωρισιμότητα
και αυτή τη διασυνοριακή δραστηριότητα δεν χτίζει απλώς ένα
καλό ιστορικό επιδόσεων. Χτίζει θέση διαπραγμάτευσης για τη
στιγμή που η ευρωπαϊκή τραπεζική σκακιέρα θα αρχίσει
πραγματικά να ανακατεύεται.
Titan:
Ο «Ήφαιστος» παίρνει πράσινο διάδρομο, 584 εκατ. ευρώ για
τσιμέντο χωρίς άνθρακα
Όταν μια τσιμεντοβιομηχανία λέει ότι θα βγάζει τσιμέντο
χωρίς να αφήνει άνθρακα πίσω της, αξίζει να δει κανείς αν
έχει και τα χρήματα να το κάνει. Και ο Τιτάνας προφανώς
έχει, και τώρα παίρνει και τη βούλα του κράτους. Η επένδυση
«Ήφαιστος» στο Καμάρι Βοιωτίας εντάσσεται με απόφαση του
υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου στο καθεστώς ταχείας
αδειοδότησης, πράγμα που στην ελληνική πραγματικότητα δεν
είναι λεπτομέρεια. Είναι χρόνος, και ο χρόνος στα μεγάλα
έργα είναι χρήμα, ειδικά όταν μιλάμε για τη χώρα μας.
Τι σημαίνει ο «πράσινος διάδρομος»
Το κίνητρο βασίζεται στο άρθρο 9 του ν. 4864/2021 και
καλύπτει δύο κρίσιμα σκέλη. Το πρώτο είναι η αδειοδότηση του
Επιχειρηματικού Πάρκου Μεμονωμένης Μεγάλης Μονάδας, με βάση
τον ν. 4982/2022. Το δεύτερο είναι η κατασκευή της μονάδας
δέσμευσης CO₂ (carbon capture), που είναι και η καρδιά του
σχεδίου. Οι αδειοδοτήσεις είναι ο πιο συνηθισμένος λόγος που
τα μεγάλα έργα καθυστερούν, οπότε ένα έργο 15ετούς ορίζοντα
που παίρνει προτεραιότητα από την αρχή ξεκινά με προβάδισμα.
Ο «Ήφαιστος» σε αριθμούς
Στοιχείο
|
Νούμερο
|
Προϋπολογισμός
|
584 εκατ. €
|
Δέσμευση CO₂ ετησίως
|
1,9 εκατ. τόνοι
|
Παραγωγή τσιμέντου με μηδενικό αποτύπωμα
|
3 εκατ. τόνοι
|
Ορίζοντας υλοποίησης
|
15 χρόνια
|
Χαρακτηρισμός
|
Ένα από τα μεγαλύτερα έργα δέσμευσης άνθρακα στην
Ευρώπη
|
Το σημαντικό εδώ είναι το ποσοστό: τα 1,9 εκατ. τόνοι CO₂
που θα δεσμεύονται κάθε χρόνο αντιστοιχούν σχεδόν στο σύνολο
των εκπομπών του εργοστασίου. Δεν πρόκειται για κοσμητική
βελτίωση, το έργο στοχεύει να μηδενίσει το πρόβλημα.
Ποιος πληρώνει τι
Πηγή
χρηματοδότησης
|
Ποσό
|
Ποσοστό
|
Ίδια κεφάλαια Titan
|
144 εκατ. €
|
24,6%
|
Τραπεζικός δανεισμός
|
233 εκατ. €
|
39,9%
|
Επιχορήγηση Ταμείου Καινοτομίας της ΕΕ (INNOVFUND
Lump Sum Grants)
|
207 εκατ. €
|
35,5%
|
Σύνολο
|
584 εκατ. €
|
100%
|
Η πιο ενδιαφέρουσα γραμμή είναι η πρώτη. Η Titan βάζει από
τη δική της τσέπη μόλις το ένα τέταρτο του έργου. Το
μεγαλύτερο βάρος πέφτει στις τράπεζες και στο ευρωπαϊκό
Ταμείο Καινοτομίας, που επιδοτεί έργα τέτοιου τύπου και
καλύπτει πάνω από το ένα τρίτο του προϋπολογισμού. Αυτό
σημαίνει ότι ο μέτοχος ρισκάρει πολύ λιγότερο από ό,τι θα
υπονοούσε ο τίτλος του έργου, ενώ η εταιρεία παίρνει
πρόσβαση σε τεχνολογία που ούτως ή άλλως θα χρειαστεί.
Γιατί είναι κάτι παραπάνω από «πράσινη» επένδυση
Στην τσιμεντοβιομηχανία οι εκπομπές δεν είναι απλά
περιβαλλοντικό θέμα, είναι κόστος. Το ευρωπαϊκό σύστημα
εμπορίας ρύπων κάνει κάθε τόνο CO₂ που βγαίνει από την
καμινάδα ένα ποσό που φαίνεται στα αποτελέσματα. Ένα
εργοστάσιο που δεσμεύει σχεδόν το σύνολο των εκπομπών του
παύει να πληρώνει για ό,τι δεν εκπέμπει. Και ένα «πράσινο»
τσιμέντο, όταν οι ευρωπαϊκές κατασκευές αρχίσουν να το
ζητούν, μπορεί να αποδειχθεί πλεονέκτημα και στην τιμή.
Τα ρίσκα που δεν χάνονται
Τα 15 χρόνια δεν είναι λεπτομέρεια. Πρόκειται για έργο με
ορίζοντα πολύ μεγαλύτερο από κάθε τυπικό επενδυτικό πλάνο,
σε τεχνολογία που ακόμη ωριμάζει, με κόστος και
χρονοδιάγραμμα που θα κριθούν στην εκτέλεση. Η εξάρτηση από
τη ροή της ευρωπαϊκής επιχορήγησης είναι το δεύτερο σημείο
προσοχής. Το τρίτο είναι το ερώτημα της αγοράς: αν το
πράσινο τσιμέντο θα πωλείται πράγματι σε τιμή που
δικαιολογεί την επένδυση.
Το συμπέρασμα
Ο «Ήφαιστος» δεν είναι η επένδυση που θα φανεί στο επόμενο
τρίμηνο. Είναι η στρατηγική κίνηση μιας εταιρείας που
αποφάσισε να αντιμετωπίσει το πιο ακριβό της πρόβλημα αντί
να το πληρώνει κάθε χρόνο. Με το έργο να χρηματοδοτείται
κατά τα τρία τέταρτα από άλλους και να παίρνει προτεραιότητα
στην αδειοδότηση, η Titan μοιάζει να έχει βρει τον τρόπο να
κάνει μια μεγάλη πράσινη επένδυση χωρίς να φορτώσει τον
ισολογισμό της.
ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: Το επενδυτικό κενό των 8 δισ. ευρώ – Πώς η
επενδυτική βαθμίδα γίνεται ανταγωνιστικό πλεονέκτημα
Ο διευθύνων σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ Χρήστος Παναγιωτόπουλος
έθεσε στο 9ο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών (ITC 2026) ένα
κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική οικονομία: τι θα συμβεί με
τη χρηματοδότηση υποδομών μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου
Ανάκαμψης.
Το μέγεθος του ελλείμματος
Μέγεθος
|
Εκτίμηση
|
Ετήσιο επενδυτικό κενό υποδομών
|
6-8 δισ. €
|
Συνολικές συσσωρευμένες ανάγκες (μετά την κρίση)
|
40-50 δισ. €
|
Έργα που θα ωριμάσουν/ξεκινήσουν έως το 2030
|
~10 δισ. €
|
Η σύγκριση είναι ενδεικτική: τα 10 δισ. ευρώ έργων έως το
2030 είναι σημαντικό ποσό, αλλά αντιστοιχεί μόλις σε 1-1,5
χρόνο κάλυψης του ετήσιου ελλείμματος των 6-8 δισ. ευρώ —
αριθμητικά, ο κλάδος καλύπτει μικρό μόνο μέρος της συνολικά
συσσωρευμένης ανάγκης.
Το νέο αναπτυξιακό πρόγραμμα
Στοιχείο
|
Ποσό
|
Νέο εθνικό αναπτυξιακό πρόγραμμα
|
23 δισ. €
|
Το κρίσιμο ζήτημα, όπως τονίστηκε, δεν είναι μόνο το ύψος
των πόρων αλλά η ταχύτητα και αποτελεσματικότητα μετατροπής
τους σε πραγματικές επενδύσεις.
Δημόσιες vs ιδιωτικές επενδύσεις: Εκεί εντοπίζεται το
πραγματικό κενό
Κατηγορία
|
Κατάσταση
|
Δημόσιες επενδύσεις
|
Έχουν προσεγγίσει τον μέσο όρο της ΕΕ
|
Ιδιωτικές επενδύσεις
|
Υπολείπονται κατά ~4-4,5 ποσοστιαίες μονάδες του
ευρωπαϊκού μέσου όρου
|
Αυτή η διάκριση είναι σημαντική: το πρόβλημα δεν είναι πλέον
κυρίως δημοσιονομικό, αλλά αφορά την ικανότητα προσέλκυσης
ιδιωτικών κεφαλαίων σε επαρκή κλίμακα.
Το προτεινόμενο νέο μοντέλο
Αντί για
αντιμετώπιση κάθε έργου ως ξεχωριστό κατασκευαστικό
αντικείμενο, προτείνεται ενιαίος κύκλος ζωής που συνδέει
σχεδιασμό, χρηματοδότηση, κατασκευή, λειτουργία και
συντήρηση. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσονται οι Πρότυπες
Προτάσεις, μέσω των οποίων οι κατασκευαστικές μπορούν να
προτείνουν οι ίδιες ώριμα έργα υποδομής, επιταχύνοντας τον
σχεδιασμό και περιορίζοντας προβλήματα ελλιπούς ωρίμανσης
μελετών που έχουν ταλαιπωρήσει τον κλάδο στο παρελθόν.
Οι πρόσθετες πιέσεις: Ανθρώπινο δυναμικό και κόστος
Η αύξηση του κατασκευαστικού αντικειμένου δημιουργεί νέες
προκλήσεις: έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού
(μηχανικοί, τεχνικά στελέχη, εξειδικευμένα συνεργεία) και
συνεχιζόμενη αύξηση κόστους κατασκευής — παράγοντες που θα
ενταθούν όσο ο όγκος έργων παραμένει υψηλός.
Το νερό ως νέα προτεραιότητα
Στοιχείο
|
Πληροφορία
|
Πεδία ανάγκης
|
Συλλογή/αποθήκευση νερού, ύδρευση, άρδευση,
αντιπλημμυρική προστασία
|
Παράδειγμα απωλειών δικτύου
|
Λευκάδα: 60%-65% απώλειες από διαρροές
|
Το στοιχείο αυτό είναι ενδιαφέρον γιατί δείχνει ότι
σημαντικό μέρος της επένδυσης δεν χρειάζεται να αφορά νέες
υποδομές άντλησης ή αποθήκευσης, αλλά απλή αντιμετώπιση
απωλειών σε ήδη υπάρχοντα δίκτυα — ένα σχετικά μεγάλο
επενδυτικό πεδίο με ενδεχομένως ταχύτερη απόδοση.
Η θέση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ
Ο κ. Παναγιωτόπουλος τοποθέτησε τον όμιλο σε ιδιαίτερα
ανταγωνιστική θέση απέναντι σε αυτό το περιβάλλον:
Στοιχείο
|
Πληροφορία
|
Επενδυτική βαθμίδα
|
Από
Moody's
ΚΑΙ
S&P
|
Μοναδικότητα
|
Μοναδική ελληνική μη χρηματοπιστωτική εταιρεία με
διπλή επενδυτική βαθμίδα
|
Η πρόσβαση σε διεθνείς αγορές με επενδυτική βαθμίδα σημαίνει
χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης — ιδιαίτερα κρίσιμο
πλεονέκτημα σε περίοδο αυξανόμενων κεφαλαιακών αναγκών για
υποδομές.
Η ανάγνωση της κατάστασης
Το διπλό στοίχημα που περιγράφεται —πλήρης αξιοποίηση ήδη
εξασφαλισμένων πόρων και ταυτόχρονη δημιουργία νέου κύματος
επενδύσεων για κάλυψη του ετήσιου κενού των 6-8 δισ. ευρώ—
απαιτεί ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας τόσο του
Δημοσίου όσο και των κατασκευαστικών ομίλων. Το γεγονός ότι
το κενό εντοπίζεται κυρίως στις ιδιωτικές επενδύσεις
σημαίνει ότι η λύση δεν μπορεί να προέλθει αποκλειστικά από
δημόσια προγράμματα, όσο μεγάλα κι αν είναι αυτά (όπως τα 23
δισ. ευρώ του νέου αναπτυξιακού προγράμματος).
Juventus:
Η μετοχή «βουλιάζει» μετά την αύξηση κεφαλαίου – Χαμηλό από
το 2016
Η αγορά «τιμώρησε» άμεσα τη Juventus μετά την ανακοίνωση της
αύξησης κεφαλαίου που είχαμε ήδη σχολιάσει, με τη μετοχή να
καταγράφει έντονη πτώση και να αγγίζει το χαμηλότερο επίπεδο
εδώ και σχεδόν μία δεκαετία.
Η αντίδραση της μετοχής
Στοιχείο
|
Τιμή
|
Πτώση μετοχής (Τετάρτη)
|
~8,7%
|
Ενδοσυνεδριακό χαμηλό
|
1,58 €
|
Τελευταία φορά σε τόσο χαμηλό επίπεδο
|
Ιούνιος 2016
|
Το ιστορικό των κεφαλαιακών ενισχύσεων — τώρα με πλήρη
εικόνα
Στο χθεσινό σχόλιο είχαμε αναφέρει τη νέα αύξηση έως 250
εκατ. ευρώ και τη συνολική συνεισφορά μετόχων ~1 δισ. ευρώ
την τελευταία επταετία. Τα νέα στοιχεία διευκρινίζουν
ακριβέστερα το μέγεθος:
Στοιχείο
|
Ποσό
|
Αριθμός αυξήσεων κεφαλαίου από το 2019
|
4η κατά σειρά
|
Συνολικό ποσό κεφαλαιακών ενισχύσεων (από 2019)
|
1,15 δισ. €
|
Άμεση ένεση Exor (επιβεβαιώνεται)
|
60 εκατ. €
|
Τι άλλαξε: Η εξήγηση της Kepler Chevreux
Το νέο στοιχείο που δεν είχαμε προηγουμένως είναι η ανάλυση
της Kepler Chevreux, η οποία συνδέει τα χειρότερα των
αναμενομένων αποτελέσματα με συγκεκριμένο παράγοντα:
Στοιχείο
|
Λεπτομέρεια
|
Εξαγορά που επιβάρυνε τα αποτελέσματα
|
J|Hotel
|
Κόστος εξαγοράς
|
23 εκατ. €
|
Ενέργεια οίκου
|
Έθεσε τη σύσταση «υπό αναθεώρηση» (under review)
|
Αναθεώρηση εκτιμήσεων
|
Πιο συντηρητική άποψη για συμβόλαια media 2026-27
|
Η αναφορά σε πιο επιφυλακτική στάση για τα συμβόλαια media
είναι σημαντική — υποδηλώνει ότι η ανησυχία της αγοράς δεν
αφορά μόνο τη μη πρόκριση στο Champions League (που είχαμε
ήδη σχολιάσει), αλλά και ευρύτερη αβεβαιότητα για τα έσοδα
τηλεοπτικών δικαιωμάτων της επόμενης σεζόν.
Η ελληνική σύνδεση παραμένει επίκαιρη
Όπως είχαμε αναφέρει και χθες ο πρόεδρος της ΑΕΚ κατέχει
ποσοστό 3,5%-5% στη Juventus. Και το ενδιαφέρον είναι αν θα
συμμετέχει σε αυτή την ΑΜΚ…
Η ανάγνωση της αγοράς
Η αντίδραση της αγοράς επιβεβαιώνει ό,τι είχαμε ήδη
επισημάνει: το μέγεθος της αύξησης κεφαλαίου (έως 250 εκατ.
ευρώ) υποδήλωνε πρόβλημα βαθύτερο από μια απλή εποχική
δυσκολία. Το γεγονός ότι πρόκειται πλέον για την 4η αύξηση
κεφαλαίου σε επτά χρόνια, με συνολικό ποσό που ξεπερνά το 1
δισ. ευρώ, δείχνει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο εξάρτησης από
εξωτερική κεφαλαιακή στήριξη, παρά τη σταθερή δέσμευση της
Exor. Η προσθήκη της εξαγοράς J|Hotel ως επιβαρυντικού
παράγοντα, σε συνδυασμό με την επιφυλακτικότητα της Kepler
Chevreux για τα μελλοντικά συμβόλαια media, δείχνει ότι οι
αναλυτές αρχίζουν να ανησυχούν όχι μόνο για την τρέχουσα
αθλητική απόδοση αλλά και για τη διαφοροποίηση των εσόδων
του συλλόγου εκτός ποδοσφαίρου — μια στρατηγική που,
τουλάχιστον προς το παρόν, δεν φαίνεται να πείθει την αγορά.
|