|
Morgan
Stanley:
Το «γλυκό σημείο» για την Ελλάδα έχει καλυφθεί μόλις κατά το
ήμισυ … Το 2027 σηκώνει συζήτηση
Η επενδυτική ιστορία της Ελλάδας δεν έχει ολοκληρωθεί — παρά
την ισχυρή πορεία που έχει ήδη καταγράψει το Χρηματιστήριο
Αθηνών τα τελευταία χρόνια. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της
Morgan Stanley, η οποία εκτιμά ότι η χώρα βρίσκεται ακόμη
στη μέση μιας ευρύτερης διαδικασίας επενδυτικής αναβάθμισης.
Και το πιο εντυπωσιακό: σύμφωνα με τον οίκο, το «γλυκό
σημείο» της μετάβασης από αναδυόμενη σε ανεπτυγμένη αγορά
έχει καλυφθεί μόλις κατά το ήμισυ.
Τα βασικά νούμερα
Στοιχείο
|
Εκτίμηση Morgan Stanley
|
Ανάπτυξη ΑΕΠ 2026-2027
|
~2% ετησίως
|
Πάγιες επενδύσεις από τέλη 2019
|
+90%
|
Ρυθμός αύξησης επενδύσεων (επόμενη διετία)
|
~7% ετησίως
|
Έκθεση διεθνών funds στην Ελλάδα (Ιούν. 2026)
|
~31% (από 12-18% τέλη 2025)
|
Έκθεση σε Ισπανία/Ιταλία (σύγκριση)
|
~87%
|
Σύσταση για ΧΑ
|
Overweight
|
Top Pick τραπεζών
|
Alpha Bank (Offbenchmark Overweight)
|
Δεν είναι μόνο η αλλαγή «ταμπέλας»
Η θετική στάση της Morgan Stanley δεν στηρίζεται μόνο στην
αναβάθμιση κατηγορίας. Η οικονομία προβλέπεται να αναπτυχθεί
κατά ~2% τόσο το 2026 όσο και το 2027, με βασικό κινητήρα
τις επενδύσεις — οι πάγιες επενδύσεις έχουν ήδη αυξηθεί
σχεδόν 90% από το τέλος του 2019, με τον οίκο να αναμένει
συνέχιση του ρυθμού στο ~7% ετησίως. Δημόσιες επενδύσεις,
ευρωπαϊκά κονδύλια και άμεσες ξένες επενδύσεις παραμένουν οι
βασικοί καταλύτες — μαζί με αυξανόμενες κεφαλαιουχικές
δαπάνες των ίδιων των ελληνικών επιχειρήσεων. Το μήνυμα εδώ
είναι σαφές: το ελληνικό story δεν εξαρτάται πια
αποκλειστικά από re-rating αποτιμήσεων — υπάρχει πραγματικός
κύκλος ανάπτυξης από πίσω του.
Από το re-rating στη διεύρυνση επενδυτών
Η πρώτη φάση της ελληνικής ιστορίας ήταν η επιστροφή
εμπιστοσύνης και η βελτίωση αποτιμήσεων. Η επόμενη φάση,
λέει η Morgan Stanley, είναι διαφορετική: διεύρυνση της
επενδυτικής βάσης. Οι αλλαγές FTSE Russell/STOXX στις 21
Σεπτεμβρίου είναι το πρώτο βήμα, με την ένταξη στη MSCI τον
Μάιο του 2027 να είναι ακόμη σημαντικότερη, ειδικά για τα
long-only funds. Οι παθητικές εισροές είναι σημαντικές, αλλά
όχι το κύριο θέμα — το μεγαλύτερο όφελος είναι ότι οι
ελληνικές μετοχές αρχίζουν να εξετάζονται από μια πολύ
μεγαλύτερη δεξαμενή διεθνών επενδυτών.
Τα πρώτα σημάδια είναι ήδη ορατά: τον Ιούνιο του 2026,
περίπου 31% των ευρωπαϊκών/διεθνών κεφαλαίων είχαν έκθεση
στην Ελλάδα, έναντι μόλις 12-18% στα τέλη του 2025. Ακόμα
μακριά από το 87% που έχουν σε Ισπανία και Ιταλία — δηλαδή
υπάρχει ακόμα μεγάλο περιθώριο. Ενδιαφέρον σημείο: πολλά
funds που κατέχουν ήδη ελληνικές μετοχές μέσω αναδυόμενων
αγορών δεν σχεδιάζουν να τις εγκαταλείψουν — αντίθετα,
τροποποιούν τις εντολές τους ώστε να συνεχίσουν να τις
κρατούν.
Γιατί το 2027 μπορεί να είναι πιο δύσκολο
Ιστορικά, οι αγορές υπεραποδίδουν πριν από επίσημες
αναβαθμίσεις, με τη δυναμική να εξασθενεί συνήθως δύο έως
πέντε μήνες πριν την εφαρμογή. Η Morgan Stanley προειδοποιεί
για ανάλογο ρίσκο στις αρχές του 2027 — το όφελος
αναβάθμισης θα έχει προεξοφληθεί, και το αφήγημα θα πρέπει
να στηριχθεί περισσότερο σε κερδοφορία και πραγματικά
θεμελιώδη μεγέθη. Παράλληλα, οι εκλογές της άνοιξης 2027
φέρνουν την πολιτική σταθερότητα στο προσκήνιο — με το
σημερινό πολιτικό σκηνικό να δείχνει πιο κατακερματισμένο
απ' ό,τι το 2023, χωρίς η Νέα Δημοκρατία να έχει σήμερα
ξεκάθαρη αυτοδυναμία, αν και το υψηλό ποσοστό αναποφάσιστων
αφήνει σημαντικό περιθώριο αλλαγής.
Πού τοποθετεί τα «στοιχήματά» της η Morgan Stanley
Οι τράπεζες παραμένουν το βασικό όχημα, πλέον ενταγμένες στο
ευρωπαϊκό κλαδικό μοντέλο με Offbenchmark Overweight —
ένδειξη πως ο κλάδος έχει ξεπεράσει το στάδιο της απλής
ανάκαμψης. Η Alpha Bank ξεχωρίζει ως Top Pick, με discount
έναντι ευρωπαϊκών τραπεζών παρά τις ισχυρές αποδόσεις. ΔΕΗ
και METLEN συμπληρώνουν τη λίστα, λόγω άμεσης σύνδεσης με
επενδυτικό κύκλο, υποδομές και ενεργειακή μετάβαση.
Αντίθετα, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα θεωρούνται πλέον
ακριβά — με τη Morgan Stanley να δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα
βραχυπρόθεσμα σε εξωτερικούς παράγοντες, κυρίως στην πορεία
του πετρελαίου, παρά στις εγχώριες πολιτικές εξελίξεις.
Το συμπέρασμα
Η εικόνα που δίνει η Morgan Stanley είναι «θετική με
αστερίσκους». Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό συνδυασμό ανάπτυξης,
επενδύσεων και βελτιωμένων ισολογισμών, με τη διεύρυνση της
διεθνούς επενδυτικής βάσης να μην έχει ακόμα ολοκληρωθεί σε
μεγάλο βαθμό. Το 2027 όμως αλλάζει το σκηνικό: η αναβάθμιση
θα έχει ωριμάσει, οι εκλογές θα φέρουν πολιτική αβεβαιότητα,
και οι επενδυτές θα ζητούν περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία.
Ακόμα κι έτσι, μια πιθανή «παύση» στις αρχές του 2027 δεν
ερμηνεύεται από τον οίκο ως ανατροπή — αλλά ως τακτική
διόρθωση πριν τα θεμελιώδη μεγέθη επανέλθουν στο επίκεντρο.
Με άλλα λόγια: για τη Morgan Stanley, η αναβάθμιση δεν είναι
το τέλος της ελληνικής ιστορίας — είναι η αρχή της επόμενης
φάσης της.
Ελληνικές τράπεζες: Από το
discount
στο premium
— Euroxx
και Jefferies
«χτίζουν» ένα ενιαίο ανοδικό αφήγημα για όλο τον κλάδο
Euroxx: 20% υψηλότερες τιμές-στόχοι για τις 4 συστημικές, με
δίκαιη αποτίμηση 13x τα κέρδη 2027 — Jefferies ξεκινά κάλυψη
Optima και CrediaBank, βλέποντας ROTE 24% και 18% αντίστοιχα
έως το 2028
Δύο ξεχωριστές αναλύσεις, μία κοινή διαπίστωση: η ελληνική
τραπεζική αγορά έχει αλλάξει κατηγορία. Η Euroxx αναβαθμίζει
σημαντικά τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, ενώ η Jefferies
ξεκινά κάλυψη στον «πέμπτο πόλο» — Optima bank και
CrediaBank — τοποθετώντας την Ελλάδα στις πιο ελκυστικές
τραπεζικές αγορές της Ευρώπης. Μαζί, οι δύο εκθέσεις
σχηματίζουν μια πλήρη εικόνα του κλάδου, από τις μεγάλες
συστημικές έως τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες μικρότερες
τράπεζες.
EUROXX: ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΥΣΤΗΜΙΚΕΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΟΥΝ ΠΛΕΟΝ PREMIUM
Τράπεζα
|
Νέα
τιμή-στόχος
|
Περιθώριο ανόδου
|
Eurobank
|
€6,30
|
+32%
(μεγαλύτερο περιθώριο)
|
Εθνική Τράπεζα
|
€22,00
|
+26%
|
Alpha Bank
|
€5,80
|
+23%
|
Τράπεζα Πειραιώς
|
€13,00
|
+21%
|
Στοιχείο
|
Τιμή
|
Αύξηση τιμών-στόχων (μέσος όρος)
|
~20%
|
Δίκαιη αποτίμηση κλάδου (P/E 2027)
|
~13x
|
Premium έναντι ευρωπαϊκών τραπεζών
|
~15%
|
Αναθεώρηση εκτιμήσεων κερδών
|
+5%
|
Μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης καθαρών κερδών (έως
2028)
|
~10%
|
Η Euroxx θεωρεί ότι το discount των ελληνικών τραπεζών
έναντι των ευρωπαϊκών δεν δικαιολογείται πλέον από τα
θεμελιώδη — η υψηλότερη ανάπτυξη, οι ισχυρές αποδόσεις και
οι αυξημένες διανομές δημιουργούν τις προϋποθέσεις για
μετάβαση από discount σε premium αποτίμησης. Η Eurobank
ξεχωρίζει λόγω χαμηλότερης αποτίμησης σε P/E και προοπτικών
περαιτέρω περιφερειακής ανάπτυξης. Βασικοί καταλύτες: αύξηση
χορηγήσεων, διεύρυνση εσόδων πέραν των καθαρών επιτοκιακών
(ιδίως προμήθειες), και προσδοκία διατήρησης υψηλότερων
επιτοκίων.
JEFFERIES:
Ο «ΠΕΜΠΤΟΣ ΠΟΛΟΣ» ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΡΑΝΤΑΡ
Τράπεζα
|
Σύσταση
|
Τιμή-στόχος
|
Optima bank
|
Buy
|
€15,70
|
CrediaBank
|
Buy
|
€1,30
|
Η Jefferies τοποθετεί την Ελλάδα στις πιο ελκυστικές
τραπεζικές αγορές της Ευρώπης, επικαλούμενη υψηλούς ρυθμούς
ανάπτυξης, βελτίωση δημόσιων οικονομικών και δυναμική αύξηση
εταιρικών χορηγήσεων. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις
αναδεικνύονται σε αγορά με σημαντικό ανεκμετάλλευτο δυναμικό
— πυρήνας της στρατηγικής και για τις δύο τράπεζες.
Optima: ήδη
αποδεδειγμένη κερδοφορία.
Αναπτύχθηκε χωρίς το βάρος παλαιών προβληματικών δανείων, με
έκθεση σε ΜμΕ υψηλών αποδόσεων, αποτελεσματική προσέλκυση
καταθέσεων και διεύρυνση εσόδων προμηθειών — μία από τις
υψηλότερες αποδοτικότητες στην Ευρώπη.
CrediaBank: το
στοίχημα του μετασχηματισμού.
Μετά από πολυετή εξυγίανση, η συγχώνευση με την Παγκρήτια
δημιούργησε τον πέμπτο τραπεζικό πυλώνα, με την HSBC Malta
να προσθέτει μέγεθος, φθηνότερη χρηματοδότηση, πλεονάζοντα
κεφάλαια και νέα Μάλτα ως δεύτερη αγορά ανάπτυξης.
Η ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΤΟ 2028
Δείκτης
|
Optima
|
CrediaBank
|
Μέσος
όρος ευρωπαϊκών τραπεζών
|
ROTE
|
24%
|
18%
|
~18%
|
Μέση ετήσια αύξηση EPS
|
~24%
|
Ακόμη υψηλότερη (χάρη σε HSBC Malta)
|
Περίπου το μισό
|
Discount σε P/E έναντι ευρωπαϊκών
|
~15%
|
~15%
|
—
|
ΓΙΑΤΙ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ
Οι δύο αναλύσεις, αν και εστιάζουν σε διαφορετικά τμήματα
της αγοράς, καταλήγουν στο ίδιο βασικό συμπέρασμα: η
ελληνική τραπεζική αγορά προσφέρει σήμερα έναν σπάνιο
συνδυασμό υψηλότερης ανάπτυξης και αποδόσεων με αποτιμήσεις
που παραμένουν χαμηλότερες — ή, στην καλύτερη περίπτωση,
οριακά ισοδύναμες — με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στην κορυφή,
οι τέσσερις συστημικές μεταβαίνουν σταδιακά από καθεστώς
discount σε καθεστώς premium, καθώς οι θεσμικοί οίκοι
αναγνωρίζουν πλέον διαρθρωτικά ισχυρά θεμελιώδη. Στο κάτω
μέρος της αγοράς, ο «πέμπτος πόλος» — Optima και CrediaBank
— προσφέρει δύο εντελώς διαφορετικά επενδυτικά προφίλ μέσα
στην ίδια ευκαιρία: την ήδη αποδεδειγμένη, υψηλής απόδοσης
ανάπτυξη της Optima, και το φιλόδοξο, πολυεπίπεδο story
μετασχηματισμού της CrediaBank. Το κοινό νήμα που συνδέει
και τις έξι τράπεζες παραμένει η ισχυρή πιστωτική επέκταση
της ελληνικής οικονομίας — ο βασικός μοχλός στον οποίο
συγκλίνουν πλέον όλες οι μεγάλες διεθνείς χρηματιστηριακές
αναλύσεις για τον κλάδο.
Star
Bulk:
Ο Παππάς & Η ναυτιλία στο ΧΑ
Όταν ο ιδρυτής μιας ναυτιλιακής που θα μπορούσε να αντλήσει
πολλά περισσότερα κεφάλαια μέσω δανεισμού επιλέγει να μπει
σε ένα δεύτερο χρηματιστήριο, το ερώτημα «γιατί» είναι
φυσικό. Η απάντηση της Star Bulk είναι ξεκάθαρη: η παράλληλη
εισαγωγή στη Euronext Athens δεν είναι ανάγκη χρηματοδότησης
— είναι στρατηγική επιλογή.
Τι προσφέρει η δημόσια προσφορά
Στοιχείο
|
Νούμερο
|
Νέες μετοχές (έως)
|
4,4 εκατ.
|
Ανώτατη τιμή
|
€25,50
|
Μέγιστη άντληση
|
€112,2 εκατ.
|
Έκπτωση έναντι NAV
|
~20%
|
Συμμετοχή διοίκησης
|
Ίδια τιμή, χωρίς την πρόσθετη έκπτωση 10% που
επιτρέπει το ελληνικό πλαίσιο
|
Το σημείο που ξεχωρίζει: η εταιρεία δεν κυνηγά την υψηλότερη
δυνατή αποτίμηση. Ο CEO Πέτρος Παππάς μίλησε ρητά για
διάθεση περίπου 20% χαμηλότερα από την καθαρή αξία
ενεργητικού — αφήνοντας σκόπιμα περιθώριο αξίας για τους
νέους επενδυτές. Και η ίδια η διοικητική ομάδα μπαίνει στην
προσφορά χωρίς προνομιακούς όρους.
Τρεις λόγοι, ένα «Plan B»
Ο Παππάς εξήγησε την επιλογή χρόνου με τρεις παράγοντες: τις
θετικές προοπτικές της αγοράς ξηρού φορτίου, την αλλαγή
ταυτότητας της ελληνικής κεφαλαιαγοράς μετά την ένταξη στη
Euronext, και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα που κάνει χρήσιμη
την ύπαρξη περισσότερων της μίας χρηματιστηριακών επιλογών.
Το τελευταίο δεν είναι θεωρητικό — η εταιρεία είχε ήδη
αντιμετωπίσει προβλήματα στην Κίνα λόγω των εμπορικών
εντάσεων ΗΠΑ-Κίνας, όντας εισηγμένη στο Nasdaq. Η Αθήνα
λειτουργεί έτσι ως ασφάλεια, όχι πρωτόγνωρη κίνηση άλλωστε —
μετά το δημοψήφισμα του 2015 η Star Bulk είχε ήδη φτιάξει
εναλλακτική δομή management στην Κύπρο.
Το όραμα του ναυτιλιακού οικοσυστήματος
Ο Παππάς παρέθεσε ως παράδειγμα το Όσλο, όπου έχει χτιστεί
ισχυρό ναυτιλιακό οικοσύστημα, και εκτίμησε ότι και η Αθήνα
χρειάζεται κρίσιμη μάζα ναυτιλιακών εταιρειών για πραγματικό
βάθος. Για να συμβεί αυτό, θεωρεί απαραίτητη τη συνεργασία
Euronext, τραπεζών/αναδόχων, Πολιτείας και των ίδιων των
ναυτιλιακών εταιρειών — τεσσάρων πλευρών που πρέπει να
κινηθούν μαζί.
Η φιλοσοφία
πίσω από τις επιλογές
Ο Παππάς περιέγραψε τον εαυτό του χαριτολογώντας ως «λίγο
τσιγκούνη», κάτι που θεωρεί όφελος για τους μετόχους.
Μοιράστηκε και μια προσωπική ιστορία από τις 7 Σεπτεμβρίου
1974: επέλεξε φθηνότερη πτήση αντί μιας ακριβότερης, και το
αεροσκάφος της άλλης πτήσης συνετρίβη έπειτα από έκρηξη
βόμβας — εμπειρία που, όπως είπε, ενίσχυσε τη διάθεσή του να
αναζητά πάντα τη συμφερότερη επιλογή. Ίδια λογική εφαρμόζει
η Star Bulk και στη ναυτιλία: αγοράζει όταν ο κύκλος
υποχωρεί, όχι όταν οι τιμές πλοίων είναι υψηλές. Τα
τελευταία δύο χρόνια η εταιρεία πούλησε σχεδόν 50 πλοία και
αξιοποίησε κεφάλαια για επαναγορές όταν η μετοχή
διαπραγματευόταν με μεγάλη έκπτωση έναντι NAV.
Πίσω από τα λόγια, τα νούμερα
Μέγεθος
|
Τιμή
|
Στόλος
|
145 πλοία, μέση ηλικία ~12 έτη
|
Αξία στόλου
|
~$4,5 δισ.
|
Μετρητά (30/6)
|
$565 εκατ.
|
Καθαρό χρέος
|
$476 εκατ. (Net LTV 11,3%)
|
Έσοδα Α' εξαμήνου 2026
|
$639 εκατ.
|
Adjusted EBITDA
|
$299 εκατ.
|
Adjusted net income
|
$198 εκατ.
|
Μερίσματα από 2021
|
$1,6 δισ.
|
Επαναγορές από 2018
|
~$620 εκατ.
|
Η εταιρεία διεκδικεί επίσης λειτουργικό/διοικητικό κόστος
~26% χαμηλότερο από τον μέσο όρο των ανταγωνιστών — στοιχείο
που, αν επαληθεύεται, εξηγεί μεγάλο μέρος της ανθεκτικότητας
του ισολογισμού.
Λίγα λόγια για τη γραφειοκρατία και τη σημαία
Ο Co-CFO Σίμος Σπύρου ξεκαθάρισε πως η διπλή εισαγωγή δεν
φέρνει ουσιαστικά νέες υποχρεώσεις αναφοράς — η εταιρεία
συνεχίζει με αμερικανικά λογιστικά πρότυπα, με μόνη απαίτηση
την ταυτόχρονη διάχυση πληροφορίας και στις δύο αγορές.
Εξέφρασε μάλιστα έκπληξη για την ταχύτητα Χρηματιστηρίου και
Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς — οι διαδικασίες ολοκληρώθηκαν μέσα
σε 20-25 ημέρες τον Αύγουστο.
Για την ελληνική σημαία ο Παππάς έμεινε επιφυλακτικός, λόγω
κόστους και έλλειψης ναυτικών — αν και σημείωσε πως το 85%
των εργαζομένων της εταιρείας βρίσκεται ήδη στην Ελλάδα. Πιο
ενθουσιώδης στάθηκε στα ελληνικά ναυπηγεία: η Star Bulk έχει
φέρει 70-80 πλοία για επισκευές την τελευταία
τριετία-τετραετία, με δαπάνη κοντά στα €120 εκατ. Για
κατασκευή μεγάλων bulk carriers στην Ελλάδα όμως παρέμεινε
συγκρατημένος, θεωρώντας πως Κίνα, Κορέα και Ιαπωνία
υπερτερούν σε κλίμακα και κόστος.
Και μια ιστορία 69 ετών
Η παρουσίαση έκλεισε με προσωπικό τόνο: ο Παππάς αποκάλυψε
φιλία 69 ετών με τον πρόεδρο Σπύρο Καπράλο, με δύο παιδικές
υποσχέσεις — να φτιάξουν μαζί κάποτε στόλο πλοίων και να
αγωνιστούν στους Ολυμπιακούς. Τη δεύτερη την εκπλήρωσαν το
1980. Η πρώτη, με διαφορετικό τρόπο απ' όσο θα φαντάζονταν
τότε, γράφεται ακόμα σήμερα στην Αθήνα.
Μετρητά: Γιατί επιστρέφουν ως «μαξιλάρι» ασφαλείας στην
εποχή των ψηφιακών πληρωμών
Σε έναν κόσμο όπου οι περισσότερες καθημερινές συναλλαγές
πραγματοποιούνται πλέον με μια κάρτα ή ένα κινητό τηλέφωνο,
τα μετρητά μοιάζουν να χάνουν σταδιακά τον ρόλο που είχαν
για δεκαετίες.
Κι όμως,
η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Παρά τη ραγδαία εξάπλωση
των ηλεκτρονικών πληρωμών, τα χαρτονομίσματα όχι μόνο δεν
εξαφανίζονται, αλλά αποκτούν έναν διαφορετικό ρόλο:
λειτουργούν όλο και περισσότερο ως απόθεμα ασφαλείας και
αποθήκευση αξίας.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, έχει
επισημάνει ακριβώς αυτή τη μεταβολή. Η χρήση των μετρητών
στις καθημερινές αγορές περιορίζεται, όμως τα νοικοκυριά
συνεχίζουν να διακρατούν χαρτονομίσματα προκειμένου να έχουν
άμεση πρόσβαση σε αγοραστική δύναμη όταν προκύψει ανάγκη.
Η αβεβαιότητα ενισχύει τη ζήτηση για μετρητά
Η συμπεριφορά αυτή δεν είναι τυχαία. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις
των τελευταίων ετών έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο τα
νοικοκυριά αντιλαμβάνονται την οικονομική ασφάλεια.
Πανδημία, ενεργειακή κρίση, γεωπολιτικές εντάσεις, φυσικές
καταστροφές και κυβερνοεπιθέσεις έχουν καταστήσει σαφές ότι
ακόμη και οι πιο αξιόπιστες υποδομές μπορούν προσωρινά να
τεθούν εκτός λειτουργίας.
Σε ένα
τέτοιο περιβάλλον, τα μετρητά έχουν ένα πλεονέκτημα που δεν
διαθέτει κανένα ψηφιακό μέσο πληρωμής: δεν χρειάζονται
ηλεκτρικό ρεύμα, σύνδεση στο διαδίκτυο, τραπεζικό σύστημα ή
λειτουργικό POS.
Αυτό σημαίνει ότι σε μια έκτακτη κατάσταση μπορούν να
λειτουργήσουν ως το τελευταίο διαθέσιμο μέσο πληρωμής για
τρόφιμα, καύσιμα, φάρμακα και άλλες βασικές ανάγκες.
Το μάθημα από το blackout της Ιβηρικής
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η μεγάλη διακοπή
ηλεκτροδότησης στην Ισπανία και την Πορτογαλία τον Απρίλιο
του 2025.
Η κατάρρευση των ηλεκτρικών υποδομών προκάλεσε προβλήματα
και στα συστήματα ηλεκτρονικών πληρωμών. ΑΤΜ τέθηκαν εκτός
λειτουργίας, ενώ POS σε καταστήματα δεν μπορούσαν να
πραγματοποιήσουν συναλλαγές.
Για
αρκετούς καταναλωτές, η κατοχή μετρητών δεν ήταν πλέον απλώς
μια εναλλακτική επιλογή πληρωμής. Έγινε πρακτική ανάγκη.
Το περιστατικό ανέδειξε ένα παράδοξο της ψηφιακής εποχής:
όσο πιο πολύ εξαρτάται η οικονομία από ηλεκτρονικές
υποδομές, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά ένα μέσο που μπορεί
να λειτουργήσει χωρίς αυτές.
Τα μετρητά μπαίνουν στο «κιτ» έκτακτης ανάγκης
Η λογική αυτή έχει αρχίσει να ενσωματώνεται και στις οδηγίες
πολιτικής προστασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η προετοιμασία ενός νοικοκυριού για τις πρώτες 72 ώρες μιας
σοβαρής κρίσης δεν αφορά πλέον μόνο νερό, τρόφιμα, φάρμακα,
φακούς και μπαταρίες. Ένα λογικό απόθεμα μετρητών
αντιμετωπίζεται επίσης ως στοιχείο οικονομικής ετοιμότητας.
Δεν πρόκειται για προτροπή επιστροφής στο «χρήμα κάτω από το
στρώμα». Η λογική είναι πολύ πιο απλή: σε περίπτωση που τα
ηλεκτρονικά συστήματα πληρωμών σταματήσουν προσωρινά να
λειτουργούν, ένα μικρό ποσό φυσικού χρήματος μπορεί να
καλύψει βασικές ανάγκες μέχρι να αποκατασταθούν οι υποδομές.
Πόσα μετρητά κρατούν οι Ευρωπαίοι
Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα χαρτονομίσματα εξακολουθούν να
έχουν ισχυρή παρουσία στην οικονομία.
Σύμφωνα με τα
δεδομένα που παρουσιάζονται, η αξία των τραπεζογραμματίων σε
κυκλοφορία αυξήθηκε από περίπου 1 δισ. ευρώ το 2016 σε 1,6
δισ. ευρώ το 2026, γεγονός που δείχνει ότι η ζήτηση για
φυσικό χρήμα παραμένει σημαντική παρά την επέκταση των
ψηφιακών πληρωμών.
Παράλληλα, έρευνα της ΕΚΤ δείχνει ότι οι πολίτες της
ευρωζώνης διατηρούν κατά μέσο όρο 59 ευρώ στο πορτοφόλι τους.
Οι
διαφορές μεταξύ των χωρών είναι αξιοσημείωτες. Στην Ολλανδία
ο μέσος όρος διαμορφώνεται στα 35 ευρώ, ενώ στο Λουξεμβούργο
φτάνει τα 82 ευρώ. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσό ανέρχεται
περίπου στα 70 ευρώ.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι, ακόμη και στις πιο
ψηφιοποιημένες οικονομίες, τα μετρητά παραμένουν μέρος της
καθημερινής οικονομικής συμπεριφοράς.
Η παγίδα της υπερβολής
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.
Η διακράτηση μεγάλων ποσών σε φυσικό χρήμα δεν αποτελεί
επενδυτική στρατηγική. Τα μετρητά δεν αποδίδουν τόκο και, σε
περιβάλλον πληθωρισμού, η πραγματική τους αγοραστική δύναμη
μειώνεται σταδιακά.
Παράλληλα, η φύλαξη σημαντικών ποσών στο σπίτι δημιουργεί
κινδύνους κλοπής ή καταστροφής από πυρκαγιά, πλημμύρα ή άλλο
απρόοπτο γεγονός.
Επομένως, το
ζητούμενο δεν είναι η αντικατάσταση των τραπεζικών
καταθέσεων ή των επενδύσεων από χαρτονομίσματα. Είναι η
ύπαρξη ενός λογικού αποθέματος έκτακτης ανάγκης, ανάλογου με
τις ανάγκες και τα έξοδα κάθε νοικοκυριού.
Το νέο παράδοξο της ψηφιακής οικονομίας
Η μετάβαση στις ψηφιακές πληρωμές δύσκολα θα ανακοπεί. Η
ευκολία, η ταχύτητα και η ευρεία αποδοχή τους τις καθιστούν
πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομικής ζωής.
Όμως η ψηφιοποίηση δημιουργεί ταυτόχρονα μια νέα μορφή
εξάρτησης από τεχνολογικές και ενεργειακές υποδομές.
Και εδώ
βρίσκεται το παράδοξο: όσο περισσότερο ψηφιοποιείται το
χρήμα, τόσο μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποκτά η δυνατότητα
πρόσβασης σε ένα μέσο πληρωμής που λειτουργεί εκτός του
ψηφιακού συστήματος.
Τα μετρητά δεν επιστρέφουν λοιπόν ως βασικό μέσο καθημερινών
συναλλαγών. Παραμένουν όμως ως ένα είδος οικονομικού
«μαξιλαριού» για την περίπτωση που κάτι πάει στραβά.
Στην εποχή των
ψηφιακών πληρωμών, η κατοχή ενός μικρού αποθέματος φυσικού
χρήματος δεν αποτελεί επιστροφή στο παρελθόν. Αποτελεί,
περισσότερο, μια μορφή οικονομικής ετοιμότητας απέναντι σε
έναν κόσμο όπου οι τεχνολογικές υποδομές θεωρούνται
δεδομένες — μέχρι τη στιγμή που παύουν να λειτουργούν.
|