|
«Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν μπορεί να
συνεχίσει να ξοδεύει περισσότερα χρήματα από όσα
εισπράττει».
Η φράση αυτή του Jimmy Carter, το 1978, θα
μπορούσε να είχε ειπωθεί σχεδόν αυτούσια από οποιονδήποτε
Αμερικανό πρόεδρο των τελευταίων πέντε δεκαετιών. Και όμως,
το διάγραμμα που συνοδεύει αυτές τις δηλώσεις αποτυπώνει μια
εντυπωσιακή αντίφαση: από τον Carter μέχρι τον Donald Trump
του 2026, σχεδόν κάθε πρόεδρος μίλησε για δημοσιονομική
πειθαρχία, περιορισμό των ελλειμμάτων και μείωση του χρέους
— ενώ το αμερικανικό εθνικό χρέος συνέχισε να αυξάνεται.
Το διάγραμμα, με στοιχεία του αμερικανικού
Treasury, δείχνει την πορεία του ονομαστικού ομοσπονδιακού
χρέους σε χαρακτηριστικά σημεία αλλαγής προεδρίας. Από
περίπου $1,2 τρισ. τον Ιανουάριο του 1981
έφθασε στα $40 τρισ. τον Αύγουστο του 2026.
Δηλαδή, αυξήθηκε κατά περίπου $38,8 τρισ.
ή περισσότερο από 33 φορές. Το ίδιο
το Treasury εξηγεί ότι το εθνικό χρέος είναι η συσσωρευμένη
χρηματοδότηση των προηγούμενων ομοσπονδιακών ελλειμμάτων και
άλλων υποχρεώσεων.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία: οι
πολιτικές διακηρύξεις άλλαξαν ελάχιστα, αλλά οι αριθμοί
άλλαξαν δραματικά.
Από τον Carter στον Reagan: η υπόσχεση της
δημοσιονομικής πειθαρχίας
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το
αμερικανικό χρέος βρισκόταν ακόμη σε επίπεδα που σήμερα
μοιάζουν σχεδόν συμβολικά. Τον Ιανουάριο του 1981, στο
σημείο εκκίνησης του διαγράμματος, ήταν περίπου
$1,2 τρισ.
Ο Ronald Reagan ανέλαβε την προεδρία με μία
ιδιαίτερα σκληρή ρητορική απέναντι στα ελλείμματα. Το 1981
μιλούσε για δεκαετίες συσσώρευσης ελλειμμάτων και για μια
κυβέρνηση που «υποθηκεύει το μέλλον» των επόμενων γενεών. Η
ίδια η ιστορική σελίδα του Treasury παραθέτει το σχετικό
απόσπασμα από την εναρκτήρια ομιλία του Reagan.
Ωστόσο, το διάγραμμα δείχνει ότι όταν ο
Reagan παρέδωσε την προεδρία το 1989, το χρέος είχε ανέβει
στα $4,1 τρισ. Από τα $1,2 τρισ.,
δηλαδή, είχε αυξηθεί περίπου $2,9 τρισ.
Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική όχι επειδή
αποδεικνύει ότι «ο Reagan δημιούργησε μόνος του το χρέος»,
κάτι που θα ήταν υπεραπλούστευση, αλλά επειδή αναδεικνύει το
βασικό πρόβλημα της αμερικανικής δημοσιονομικής πολιτικής: η
πολιτική ρητορική περί περιορισμού του κράτους και των
ελλειμμάτων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε χαμηλότερο χρέος.
Τα ελλείμματα προκύπτουν από τη διαφορά
μεταξύ κρατικών εσόδων και δαπανών. Όταν υπάρχει έλλειμμα,
το κράτος δανείζεται· τα συσσωρευμένα ελλείμματα, μαζί με
τις σχετικές χρηματοδοτικές ανάγκες, αυξάνουν το χρέος.
George H.W. Bush: «Πρέπει να ελέγξουμε το
έλλειμμα»
Ο George H.W. Bush παρέλαβε το χρέος περίπου
στα $4,1 τρισ. και το παρέδωσε στα
$5,8 τρισ. τον Ιανουάριο του 1993.
Η αύξηση, περίπου $1,7 τρισ.,
ήταν μικρότερη από εκείνη της προηγούμενης περιόδου. Αλλά η
πολιτική συζήτηση είχε πλέον μετακινηθεί ξεκάθαρα στη
δημοσιονομική εξυγίανση.
«We must bring the
Federal budget deficit under control»,
δήλωνε
ο
Bush.
Το πρόβλημα ήταν ότι η προεκλογική και
κυβερνητική πολιτική έχει να αντιμετωπίσει οικονομικούς
κύκλους, πολέμους, ύφεση, κοινωνικές παροχές, φορολογικές
αποφάσεις και πολιτικούς συμβιβασμούς. Η μείωση του χρέους
δεν είναι απλώς θέμα μιας προεδρικής ομιλίας.
Bill Clinton: η σπάνια εξαίρεση
Η περίοδος Clinton αποτελεί ίσως το πιο
ενδιαφέρον κεφάλαιο της ιστορίας.
Ο Clinton ανέλαβε με το χρέος στα
$5,8 τρισ. και το παρέδωσε στα
$10 τρισ. Το απόλυτο χρέος, επομένως, συνέχισε
να αυξάνεται — κατά περίπου $4,2 τρισ.
Όμως εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διάκριση:
άλλο το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα και άλλο το
συνολικό εθνικό χρέος.
Στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1990,
η αμερικανική κυβέρνηση πέτυχε δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Αυτό όμως δεν εξαφάνισε το ήδη συσσωρευμένο χρέος. Το
συνολικό ποσό μπορεί να παραμένει μεγάλο ακόμη και όταν ο
προϋπολογισμός μιας συγκεκριμένης χρονιάς εμφανίζει
πλεόνασμα.
Γι' αυτό και η δήλωση του Clinton το 1993 —
«We must put our fiscal house in order» — έχει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον. Η δημοσιονομική πολιτική της δεκαετίας του 1990
έδειξε ότι η δυναμική των ελλειμμάτων μπορεί πράγματι να
αντιστραφεί υπό ορισμένες συνθήκες.
Αλλά δεν αποδείχθηκε αρκετό για να ανακοπεί
η μακροπρόθεσμη ανοδική πορεία του χρέους.
George W. Bush: από την υπόσχεση αποπληρωμής
στα $19,9 τρισ.
Το 2001 ο George W. Bush δήλωνε:
«We can pay down a
large portion of the national debt.»
Το διάγραμμα δείχνει όμως μια διαφορετική
πραγματικότητα. Το χρέος από $10 τρισ.
στις αρχές του 2001 έφτασε περίπου στα $19,9
τρισ. στις αρχές του 2009.
Πρόκειται για αύξηση σχεδόν $10
τρισ.
Η περίοδος περιλάμβανε τις τρομοκρατικές
επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, τους πολέμους στο Αφγανιστάν
και το Ιράκ, φορολογικές μειώσεις, αυξημένες αμυντικές
δαπάνες και, προς το τέλος της προεδρίας, τη μεγάλη
χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Εδώ γίνεται ακόμη πιο φανερό γιατί η απόδοση
της μεταβολής του χρέους αποκλειστικά σε έναν πρόεδρο είναι
παραπλανητική. Οι αποφάσεις για φόρους και δαπάνες
λαμβάνονται μέσα από ένα σύστημα στο οποίο συμμετέχει το
Κογκρέσο, ενώ οι οικονομικές κρίσεις μπορούν να αλλάξουν
απότομα τόσο τα έσοδα όσο και τις κρατικές ανάγκες.
Παρόλα αυτά, το πολιτικό μήνυμα παραμένει:
ένας πρόεδρος μπορεί να υποσχεθεί μείωση του χρέους και
τελικά να παραδώσει ένα κράτος με πολύ μεγαλύτερο χρέος.
Obama: η εποχή της κρίσης
Ο Barack Obama ανέλαβε στις αρχές του 2009,
μέσα στη χειρότερη οικονομική κρίση από τη Μεγάλη Ύφεση.
Το χρέος στο σημείο του διαγράμματος ήταν
περίπου $19,9 τρισ. και τον
Ιανουάριο του 2017 είχε φτάσει τα $27,9 τρισ.
— αύξηση περίπου $8 τρισ.
Το 2010 ο Obama έλεγε ότι, όπως οι
οικογένειες περιορίζουν τα έξοδά τους, έτσι θα πρέπει να
κάνει και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Η αναλογία, ωστόσο, έχει τα όριά της. Ένα
κράτος δεν λειτουργεί ακριβώς όπως ένα νοικοκυριό: μπορεί να
φορολογεί, να εκδίδει κρατικό χρέος και να επηρεάζει τη
συνολική οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, σε μια βαθιά
ύφεση, η μείωση των κρατικών δαπανών μπορεί να έχει
διαφορετικές συνέπειες από εκείνες που έχει η μείωση των
εξόδων μιας οικογένειας.
Η ουσία όμως παραμένει: η υπόσχεση για
δημοσιονομική αυτοσυγκράτηση συνάντησε μια πραγματικότητα
όπου το χρέος συνέχισε να ανεβαίνει.
Trump: από «θα πληρώσουμε το χρέος» στα
$36,2 τρισ.
Το 2016 ο Donald Trump υποσχόταν:
«We will start to
balance our budget and pay down our debt.»
Τον Ιανουάριο του 2017 το χρέος ήταν περίπου
$27,9 τρισ. Τον Ιανουάριο του 2025
είχε φτάσει τα $36,2 τρισ.
Η αύξηση ήταν περίπου $8,3 τρισ.
Η πρώτη προεδρία Trump είχε δύο πολύ
διαφορετικές δημοσιονομικές φάσεις. Πριν από την πανδημία, η
κυβέρνηση είχε ήδη αντιμετωπίσει την πρόκληση των
φορολογικών μειώσεων και των υψηλών ελλειμμάτων. Στη
συνέχεια, η πανδημία COVID-19 προκάλεσε τεράστια
δημοσιονομική παρέμβαση, καθώς η κυβέρνηση επιχείρησε να
στηρίξει νοικοκυριά, επιχειρήσεις και την οικονομία.
Η πανδημία επομένως δεν μπορεί να αγνοηθεί
όταν αξιολογούμε την αύξηση του χρέους εκείνης της περιόδου.
Αλλά ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εξήγηση για ολόκληρη
την αύξηση.
Biden: «Το σχέδιό μου θα μειώσει το
έλλειμμα»
Ο Joe Biden παρέλαβε το χρέος περίπου στα
$27,9 τρισ. και το παρέδωσε περίπου
στα $36,2 τρισ.
Η δική του δήλωση του 2022 — «My plan will
reduce the deficit» — επαναφέρει το ίδιο μοτίβο.
Και εδώ χρειάζεται η σημαντικότερη διάκριση
ολόκληρου του διαγράμματος: μείωση του
ελλείμματος δεν σημαίνει μείωση του χρέους.
Αν η κυβέρνηση μειώσει το ετήσιο έλλειμμα
από, για παράδειγμα, $2 τρισ. σε $1 τρισ., εξακολουθεί να
προσθέτει $1 τρισ. στο χρέος. Για να μειωθεί πραγματικά το
ονομαστικό χρέος, χρειάζεται δημοσιονομικό πλεόνασμα και
αποπληρωμή παλαιότερων υποχρεώσεων — κάτι πολύ δυσκολότερο
πολιτικά.
Το Treasury περιγράφει ακριβώς αυτή τη
συσσώρευση: όταν οι ομοσπονδιακές δαπάνες υπερβαίνουν τα
έσοδα, δημιουργείται έλλειμμα και το κράτος δανείζεται για
να το χρηματοδοτήσει.
Trump 2: $40 τρισ. και η μεγάλη ειρωνεία
Το τελευταίο σημείο του διαγράμματος είναι
ίσως το πιο συμβολικό.
Ο Donald Trump επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον
Ιανουάριο του 2025, όταν το χρέος βρισκόταν περίπου στα
$36,2 τρισ.. Στις 18
Αυγούστου 2026, σύμφωνα με το διάγραμμα, έχει
φτάσει περίπου στα $40 τρισ.
Δηλαδή, μέσα σε περίπου ενάμιση χρόνο
προστέθηκαν σχεδόν $3,8 τρισ.
Και αυτό συμβαίνει ενώ το 2024 ο Trump είχε
δηλώσει:
«We will balance the
federal budget.»
Η απόσταση ανάμεσα στη φράση και στον αριθμό
δεν θα μπορούσε να είναι πιο χαρακτηριστική.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται προσοχή: το διάγραμμα
παρουσιάζει το ύψος του χρέους σε συγκεκριμένες
ημερομηνίες, όχι το δημοσιονομικό αποτέλεσμα
αποκλειστικά μιας κυβέρνησης. Το χρέος είναι συσσωρευμένο
μέγεθος. Περιλαμβάνει τις συνέπειες αποφάσεων πολλών
προηγούμενων ετών.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι διακομματικό
Το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα του
διαγράμματος δεν είναι ότι «ο ένας πρόεδρος ήταν χειρότερος
από τον άλλον».
Είναι ότι η αμερικανική
δημοσιονομική πολιτική απέτυχε διαχρονικά να μετατρέψει τη
ρητορική περί δημοσιονομικής πειθαρχίας σε σταθερή,
μακροχρόνια μείωση του χρέους.
Από τον Carter μέχρι τον Trump, το πολιτικό
λεξιλόγιο παραμένει σχεδόν απαράλλακτο:
να μειωθούν τα ελλείμματα,
να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός,
να περιοριστούν οι δαπάνες,
να αποπληρωθεί το χρέος,
να μην επιβαρυνθούν οι επόμενες γενιές.
Η αριθμητική, όμως, κινείται προς την
αντίθετη κατεύθυνση.
Και αυτό δεν είναι αποκλειστικά πρόβλημα των
Δημοκρατικών ή των Ρεπουμπλικανών. Και τα δύο κόμματα
έχουν κυβερνήσει σε περιόδους κατά τις οποίες το
ομοσπονδιακό χρέος αυξήθηκε.
Η βασική αιτία είναι πολιτικά δύσκολη: οι
ψηφοφόροι θέλουν χαμηλότερους φόρους, υψηλότερες ή καλύτερες
δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνικές παροχές, ισχυρή άμυνα,
επενδύσεις, αντιμετώπιση κρίσεων και οικονομική ανάπτυξη. Η
ταυτόχρονη χρηματοδότηση όλων αυτών χωρίς επαρκή έσοδα
δημιουργεί ελλείμματα.
$1,2 τρισ. → $40 τρισ.: ο αριθμός που
αλλάζει την κλίμακα
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή αν
δούμε μόνο τα βασικά σημεία:
Πρόεδρος
|
Χρέος στο σημείο του διαγράμματος
|
Carter
|
$1,2 τρισ.
|
Reagan
|
$4,1 τρισ.
|
George H.W. Bush
|
$5,8 τρισ.
|
Clinton
|
$10,0 τρισ.
|
George W. Bush
|
$19,9 τρισ.
|
Obama
|
$27,9 τρισ.
|
Trump
|
$36,2 τρισ.
|
Biden
|
$36,2 τρισ.
|
Trump 2
|
$40,0 τρισ.
|
Από τα $1,2 τρισ. στα $40 τρισ. δεν
πρόκειται απλώς για μια αύξηση. Πρόκειται για αλλαγή
κλίμακας.
Το αμερικανικό κράτος έχει πλέον να
διαχειριστεί ένα χρέος τόσο μεγάλο ώστε το κόστος
εξυπηρέτησής του να αποτελεί από μόνο του κρίσιμο
δημοσιονομικό παράγοντα. Το Treasury, στην έκθεσή του για το
οικονομικό έτος 2025, ανέφερε ομοσπονδιακό χρέος και
πληρωτέους τόκους περίπου $30,3 τρισ.
σε λογιστική βάση, ενώ το χρέος που υπόκειται στο statutory
limit ήταν $37,5 τρισ. στο τέλος του FY2025.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το ίδιο το
Treasury χαρακτηρίζει τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική πορεία
μη βιώσιμη υπό τις παραδοχές της τρέχουσας πολιτικής. Η
έκθεση FY2025 εκτιμά ότι το χρέος που κατέχει το κοινό ως
ποσοστό του ΑΕΠ βρισκόταν περίπου στο 99% στο τέλος του
FY2025 και προβλέπει πολύ μεγάλη περαιτέρω άνοδο υπό
αμετάβλητη πολιτική.
Οι υποσχέσεις δεν είναι το ίδιο με τη
δημοσιονομική πολιτική
Υπάρχει, επομένως, ένα μάθημα που ξεπερνά τα
πρόσωπα των προέδρων.
Η δημοσιονομική υπευθυνότητα είναι εύκολο να
γίνει σύνθημα και δύσκολο να γίνει πολιτική.
Είναι εύκολο να πει κανείς «θα μειώσουμε το
έλλειμμα». Πολύ δυσκολότερο είναι να αποφασίσει
ποια δαπάνη θα περικοπεί.
Είναι εύκολο να πει «θα μειώσουμε τους
φόρους για να ενισχύσουμε την οικονομία». Πολύ δυσκολότερο
είναι να εξηγήσει πώς θα χρηματοδοτηθούν οι υπάρχουσες
υποχρεώσεις.
Είναι εύκολο να υποσχεθεί κανείς «θα
πληρώσουμε το χρέος». Πολύ δυσκολότερο είναι να δημιουργήσει
τα επί σειρά ετών πλεονάσματα που απαιτούνται για να συμβεί
αυτό.
Και είναι ακόμη δυσκολότερο όταν οι
κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν πολέμους, πανδημίες,
υφέσεις, χρηματοπιστωτικές κρίσεις ή άλλες έκτακτες ανάγκες.
Η πιο αποκαλυπτική φράση ίσως είναι η πρώτη
Γυρίζοντας πίσω στον Jimmy Carter, η φράση
του 1978 μοιάζει σχεδόν προφητική:
«Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν
μπορεί να συνεχίσει να ξοδεύει περισσότερα χρήματα από όσα
εισπράττει.»
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, η Αμερική
εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ακριβώς το ίδιο πρόβλημα.
Ο Reagan προειδοποίησε για την «υποθήκευση»
του μέλλοντος. Ο Bush ζήτησε έλεγχο του ελλείμματος. Ο
Clinton μίλησε για τάξη στα δημόσια οικονομικά. Ο George W.
Bush υποσχέθηκε αποπληρωμή χρέους. Ο Obama ζήτησε από την
κυβέρνηση να «σφίξει το ζωνάρι». Ο Trump μίλησε για
ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Ο Biden υποσχέθηκε μείωση του
ελλείμματος. Και ο Trump επέστρεψε το 2024 με ακόμη μία
υπόσχεση ισοσκελισμού.
Κι όμως, το αποτέλεσμα που
αποτυπώνει το διάγραμμα είναι $1,2 τρισ. → $40 τρισ.
Αυτό είναι ίσως το πραγματικό μήνυμα της
εικόνας: όχι ότι οι πρόεδροι δεν καταλαβαίνουν το πρόβλημα,
αλλά ότι η αμερικανική πολιτική διαδικασία έχει επί
δεκαετίες αποδειχθεί πολύ καλύτερη στο να
περιγράφει τη δημοσιονομική κρίση παρά στο να
την επιλύει.
Το χρέος δεν αυξάνεται επειδή λείπουν οι
προειδοποιήσεις. Αυξάνεται επειδή, στο τέλος κάθε πολιτικού
κύκλου, οι αποφάσεις για φόρους και δαπάνες εξακολουθούν να
παράγουν περισσότερες υποχρεώσεις από όσα έσοδα μπορεί ή
θέλει να συγκεντρώσει η κυβέρνηση.
Και όσο αυτή η εξίσωση δεν αλλάζει, οι
προεδρικές δηλώσεις θα συνεχίσουν να ακούγονται εντυπωσιακά
παρόμοιες — ενώ ο αριθμός στην κορυφή του διαγράμματος θα
συνεχίσει να μεγαλώνει.
Από τα $1,2 τρισ. του 1981 στα
$40 τρισ. του 2026, η ιστορία του αμερικανικού χρέους είναι,
τελικά, η ιστορία μιας υπόσχεσης που επαναλαμβάνεται ξανά
και ξανά: «αυτή τη φορά θα βάλουμε τάξη στα οικονομικά».
Μέχρι σήμερα, οι αριθμοί δεν έχουν πειστεί.
|