|
Παράλληλα, η χρήση της
τεχνολογίας
blockchain,
ιδίως σε σχέση με τα
κρυπτοστοιχεία, έχει
δημιουργήσει μια νέα
κατηγορία ψηφιακών
περιουσιακών στοιχείων,
που αναπτύσσονται ως
εναλλακτικές μορφές
επένδυσης, πληρωμών και
χρηματοδότησης, ενώ η
αποκεντρωμένη τους φύση
αμφισβητεί τη
διαμεσολάβηση ως κύριο
χαρακτηριστικό του
χρηματοπιστωτικού
συστήματος.
Οι εξελίξεις αυτές
προσφέρουν, προφανώς,
σημαντικές ευκαιρίες για
την ευρωπαϊκή οικονομία,
αποτελώντας μέσα
ενίσχυσης της
ανταγωνιστικότητας,
βελτίωσης της
αποδοτικότητας των
κεφαλαίων και
δημοκρατικοποίησης των
αγορών, μέσω της άμεσης
πρόσβασης των πολιτών
και των επιχειρήσεων σε
χρηματοοικονομικές
υπηρεσίες.
Ωστόσο, η ίδια αυτή
δυναμική συνοδεύεται από
νέους και σύνθετους
κινδύνους και ιδεολογικά
–και πρακτικά– ερωτήματα
για τη διαφάνεια, τη
διακυβέρνηση, τη
λογοδοσία, την ηθική της
τεχνητής νοημοσύνης.
Στον χώρο των
κρυπτοστοιχείων, οι
προκλήσεις είναι εξίσου
σημαντικές. H
προστασία των επενδυτών,
η μεταβλητότητα των
αγορών και η
κυβερνοασφάλεια
αποτελούν κρίσιμα
ζητήματα.
Απέναντι σε αυτές τις
εξελίξεις, η Ευρωπαϊκή
Ενωση έχει υιοθετήσει
στρατηγική που επιχειρεί
να ισορροπήσει ανάμεσα
στην καινοτομία και στην
ασφάλεια. Εμβληματικές
πρωτοβουλίες, όπως ο
Κανονισμός για τις
Αγορές Κρυπτοστοιχείων (MiCA)
και η Πράξη για την
Τεχνητή Νοημοσύνη (AI
Act),
διαμορφώνουν το πρώτο
ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό
πλαίσιο που επιχειρεί να
ρυθμίσει συστηματικά δύο
από τους πιο δυναμικούς
τομείς της ψηφιακής
οικονομίας.
Ο MiCA
θεσπίζει ενιαίο
κανονιστικό πλαίσιο για
την έκδοση και παροχή
υπηρεσιών σχετικών με
κρυπτοστοιχεία,
ενισχύοντας τη διαφάνεια
και την προστασία των
επενδυτών στην ενιαία
αγορά. Αντίστοιχα, η
AI
Act
εισάγει μια προσέγγιση
με επίκεντρο τον
άνθρωπο, θέτοντας
αυστηρότερες απαιτήσεις
για συστήματα τεχνητής
νοημοσύνης υψηλού
κινδύνου, ιδίως όταν
αυτά χρησιμοποιούνται σε
χρηματοπιστωτικές
υπηρεσίες. Η σημασία των
παρεμβάσεων αυτών
υπερβαίνει το τεχνικό
τους περιεχόμενο, καθώς
αντανακλούν τη
στρατηγική επιλογή της
Ευρωπαϊκής Ενωσης να
διαδραματίσει ρυθμιστικό
ρόλο σε παγκόσμιο
επίπεδο.
Οι εποπτικές αρχές των
κρατών-μελών και οι
ευρωπαϊκοί θεσμοί
γενικότερα καλούνται να
λειτουργήσουν σε ένα
περιβάλλον εξαιρετικά
δυναμικό, όπου οι
τεχνολογικές εξελίξεις
προηγούνται της
κανονιστικής ρύθμισης.
Το μοντέλο εποπτείας
μετασχηματίζεται,
αντίστοιχα, καθώς η
παραδοσιακή εκ των
υστέρων εποπτεία δεν
επαρκεί. Διαμορφώνεται,
επιπλέον, ένα
προληπτικής εποπτείας
μοντέλο, στο οποίο η
τεχνητή νοημοσύνη δεν
αποτελεί μόνο
αντικείμενο ρύθμισης,
αλλά και εργαλείο
εποπτείας, συμβάλλοντας
έτσι στον πιο γρήγορο
και αποτελεσματικό
μηχανισμό εντοπισμού
ύποπτων συμπεριφορών,
ανάλυσης δεδομένων και
πρόληψης συστημικών
κινδύνων.
Στο πλαίσιο αυτό, η
αποτελεσματική εποπτεία
προϋποθέτει θεσμούς που
διαθέτουν τεχνογνωσία,
εξειδικευμένο ανθρώπινο
δυναμικό, σύγχρονα
τεχνολογικά εργαλεία,
αλλά και κουλτούρα
προσαρμοστικότητας στα
νέα δεδομένα.
Στη νέα ψηφιακή εποχή, η
αποτελεσματική εποπτεία
και η διατήρηση της
εμπιστοσύνης στις αγορές
θα εξαρτηθεί, τελικά,
από τον επιτυχή
συνδυασμό τεχνολογικής
προόδου και λειτουργίας
ισχυρών θεσμών,
ευέλικτων και ουσιαστικά
προετοιμασμένων,
προκειμένου η τεχνολογία
να λειτουργεί προς
όφελος της οικονομίας
και της κοινωνίας.
*Η κ. Νατάσα Στάμου
είναι αντιπρόεδρος της
Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|