|
Ας
είμαστε, ωστόσο,
ειλικρινείς: Για όσους
παρακολουθούν τον
δημόσιο βίο από τη
Μεταπολίτευση και μετά,
ποτέ δεν έχουν υπάρξει
μαζεμένες τόσες
υποθέσεις διαφθοράς στην
ιστορία του τόπου.
Η
κυβέρνηση αντιτάσσει,
βέβαια, ότι τα σκάνδαλα
αποκαλύπτονται και δεν
κουκουλώνονται, ενώ οι
υπεύθυνοι οδηγούνται στη
δικαιοσύνη.
Το
θέμα είναι, όμως, ότι η
κυβέρνηση τρέχει κάθε
φορά να αντιμετωπίσει το
κάθε σκάνδαλο όταν
αποκαλύπτεται στη
δημόσια σφαίρα.
Αν
απαριθμήσουμε, μάλιστα,
τον αριθμό των
κυβερνητικών στελεχών
που τελούν υπό
διερεύνηση από την
Ευρωπαϊκή Εισαγγελία,
φαίνεται η έκταση του
προβλήματος.
Το
σύστημα έχει γίνει μια
εξαιρετικά κερδοφόρα
επιχείρηση για κάθε
λογής διεφθαρμένους
πολιτικούς και
γραφειοκράτες – αλλά και
κύριο ή δευτερεύον
επάγγελμα για ορισμένους
επιτήδειους.
Την
ίδια ώρα, όσοι έχουν
φτωχοποιηθεί απ’ αυτό το
κοινωνικοπολιτικό
μοντέλο, υποβιβάζονται
σε απλούς «πελάτες» του
συστήματος.
Αποτέλεσμα; Οι
περισσότεροι πολίτες δεν
πιστεύουν πλέον στα
λόγια. Θεωρούν ότι είναι
ένα ωραιοποιημένο
αφήγημα, που έχει
σχεδιαστεί για να
συγκαλύψει συμφέροντα ή
να δικαιολογήσει τα
αδικαιολόγητα.
Να
γιατί κυριαρχεί η
καχυποψία απέναντι στην
πολιτική.
Πώς
μπορεί κανείς να νιώθει
υπέροχα όταν σε μια χώρα
βασιλεύει η διαφθορά;
Όταν όλα φαίνονται
ανήθικα για σχεδόν οκτώ
στους 10 πολίτες; Πώς
μπορεί να υπάρχει
σεβασμός σε πολιτικούς
και κομματικούς
παράγοντες που δεν έχουν
την αξιοπρέπεια να
παραιτηθούν, αντί να
«επιβλέπουν» αυτή τη
λεηλασία; Ο πατριωτισμός
απαιτεί να
επιβεβαιώσουμε εκ νέου
τη θεμελιώδη αρχή:
ουδείς είναι υπεράνω του
νόμου.
Μια
δημοκρατία δεν μπορεί να
ανεχθεί τη συστηματική
διάβρωση της
εμπιστοσύνης στο
σύστημα.
Ισχύει, άλλωστε, ο
κανόνας: Όταν ταΐζεις
τον κροκόδειλο της
διαφθοράς, το
πλεονέκτημα που αποκτάς
είναι να σε κατασπαράξει
τελευταίο…
Μιχάλης Ψύλος
(Ναυτεμπορική)
|