|
Παράλληλα,
σύμφωνα με την ανανεωμένη οδηγία
CSRD
(Stop
the
Clock),
η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο
από τον Νοέμβριο του 2025, μεγάλες ελληνικές
επιχειρήσεις θα πρέπει να συμμορφωθούν με τις
νέες απαιτήσεις. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο
μεγάλους ομίλους και εισηγμένες εταιρείες, αλλά
και θυγατρικές ξένων επιχειρήσεων που
δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Για πολλές από
αυτές, η απαίτηση για δομημένα
ESG
δεδομένα σημαίνει επενδύσεις σε εσωτερικές
διαδικασίες, τεχνολογικά εργαλεία και εκπαίδευση
προσωπικού.
Η πιο
ουσιαστική όμως αλλαγή έγινε στην οδηγία
CSDDD
για τη δέουσα επιμέλεια στη βιωσιμότητα της
εφοδιαστικής αλυσίδας. Η νομοθεσία αυτή θα
εισάγει μια σαφή νομική υποχρέωση για τις
επιχειρήσεις να εξετάζουν και να διαχειρίζονται
περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς κινδύνους στους
άμεσους προμηθευτές μέχρι τις υπεργολαβίες και
τις θυγατρικές τους στο εξωτερικό. Αυτό πρακτικά
σημαίνει ότι ακόμη και μικρότερες ελληνικές
εταιρείες που προμηθεύουν προϊόντα ή υπηρεσίες
σε μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα
βρεθούν σύντομα στο επίκεντρο αυτών των
απαιτήσεων, ακόμη και αν δεν υπάγονται οι ίδιες
στην οδηγία που αφορά πολύ μεγάλες ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις.
Στην πράξη,
οι αλλαγές αυτές μεταφράζονται σε μια σειρά από
μετασχηματισμούς για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Η ανάγκη
για συστηματική συλλογή ΕSG
δεδομένων, αξιολόγηση κινδύνων, καθορισμό
μετρήσιμων στόχων
ESG
σε έναν συνολικό εκσυγχρονισμό των
επιχειρησιακών λειτουργιών τους. Ταυτόχρονα, η
εκπαίδευση στελεχών σε θέματα
ESG,
είτε μέσω εσωτερικών προγραμμάτων είτε μέσω
εξειδικευμένων πιστοποιήσεων, αποτελεί βασική
προϋπόθεση για την επιτυχημένη μετάβαση.
Οι
επιπτώσεις στις ελληνικές επιχειρήσεις δεν
περιορίζονται μόνο στη συμμόρφωση με τις
ευρωπαϊκές νομοθεσίες
ESG.
Η χρηματοδότησή τους επηρεάζεται επίσης,
δεδομένου ότι οι τράπεζες εφαρμόζουν πλέον
κριτήρια βιωσιμότητας στην αξιολόγηση των
επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αυξάνοντας την
πίεση για συμμόρφωση. Μια εταιρεία που δεν
μπορεί να παρουσιάσει στοιχεία
ESG
κινδυνεύει να αποκτήσει χρηματοδότηση με
λιγότερο ευνοϊκούς όρους.
Σε αυτό το
πλαίσιο, οι ελληνικές Β2Β επιχειρήσεις μεσαίες
και μικρές πρέπει να επικεντρωθούν σε τρεις
βασικές προτεραιότητες:
1. Στην
αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασής τους, ώστε
να κατανοήσουν πού βρίσκονται και τι χρειάζεται
να αλλάξουν.
2. Στην
ενσωμάτωση των κριτηρίων
ESG
στη στρατηγική και στις λειτουργίες τους.
3. Στη
δημιουργία έκθεσης βιώσιμης ανάπτυξης βάσει του
νέου ευρωπαϊκού πλαισίου
VSME
και στη συστηματική εκπαίδευση των στελεχών
τους.
Σε μια
οικονομία όπως η ελληνική, όπου κυριαρχούν οι
μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι νέες υποχρεώσεις
αποτελούν ευκαιρία για βελτίωση της
ανταγωνιστικότητας και της αξίας τους, και όχι
απλώς συμμόρφωση ή μείωση ρίσκου, όπως ακριβώς
συμβαίνει και με τα θέματα κυβερνοασφάλειας. Η
Ελλάδα έχει ήδη παραδείγματα επιχειρήσεων που
ηγούνται στη βιωσιμότητα· το στοίχημα τώρα είναι
αυτές οι πρακτικές να εφαρμοστούν και στις
μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ώστε να παραμείνουν
βιώσιμες.
*Ο κ.
Νίκος Αυλώνας είναι πρόεδρος του Κέντρου
Αειφορίας (CSE),
επισκέπτης καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο
Aθηνών.
** Το
άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της
Κυριακής.
|